Σάββατο, Αυγούστου 30, 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΟΣ,GREGORY BATESON(1)

Ο Gregory Βateson γεννιέται το 1904. Ζει, μεγαλώνει και αντλεί ερεθίσματα μέσα σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο δεσπόζει η μορφή του πατέρα του. Ο πατέρας του είναι διαπρεπής ζωολόγος και παθιασμένος με το αντικείμενο μελέτης του. Ο Bateson, επηρεασμένος από τον επιστημονικό τρόπο σκέψης του πατέρα του, κάνει μεγάλους περιπάτους στην εξοχή για τη συλλογή στοιχείων.Εκεί στην ύπαιθρο παρατηρεί τη συμπεριφορά των ζώων και την εξέλιξη των φυτών. Σπουδάζει και αποκτά ακαδημαϊκές γνώσεις Ζωολογίας στο πανεπιστήμιο Κέμπριτζ. Από το πανεπιστήμιο αποφοιτά το 1924.Επηρεασμένος από τον Δαρβίνο και θέλοντας να τον μιμηθεί, φεύγει για τα νησιά Γκαλαπάγκος. Το βάρος της πατρικής φιγούρας τον ακολουθεί παντού. Μάλλον, θέλει να απαλλαγεί απ’ αυτό το βάρος και να ακολουθήσει τη δική του αυτόνομη πορεία. Αποφασίζει να κάνει μεταπτυχιακό στην Ανθρωπολογία. Το ακαδημαϊκό περιβάλλον του Κέμπριτζ του προκαλεί ασφυξία. Το 1927 φεύγει για την Νέα Γουϊνέα. Εκεί μελετά και συγκεντρώνει στοιχεία για την φυλή Latmul. Το 1932 ξαναγυρίζει στον ποταμό Sepik.Γνωρίζεται με το ζευγάρι των διάσημων Ανθρωπολόγων Margaret Mead και Reo Fortune. Ανάμεσα στην Margaret και στον Βateson αναπτύσσεται ειδύλλιο. Η Margaret είναι αναγκαία γιατί υποστηρίζει την αυτοπεποίθηση του Βateson που είναι νεοφώτιστος στο καινούριο του επιστημονικό πεδίο. Το 1934 η Margaret παίρνει την απόφαση να χωρίσει. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται τον Βateson. Τώρα και οι δυο τους είναι ελεύθεροι να συμβιώσουν. Τους ενώνει εκτός από τα δεσμά του γάμου και το κοινό τους πάθος για την Ανθρωπολογία. Ξεκινούν μια έρευνα στο Μπαλί.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2008

ΘEΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ*

video
Ο Θεόδωρος Παπαγγελής μιλάει με αφορμή την έκδοση του βιβλίου(Διεθνής Έκθεση Βιβλίου-θεσσαλονίκη, 2008)
Ο Θεόδωρος Παπαγγελής δεν φανταζόταν ποτέ ότι οι επιφυλλίδες του θα κατέληγαν «σαν το σύμπαν του Μαλαρμέ» σε ένα βιβλίο. Για την δημιουργία ενός τέτοιου σύμπαντος τον παρότρυνε με «φιλική πειθώ» ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός. Με την επιμέλεια του Περικλή Δουβίτσα και του εκδοτικού οίκου «Νεφέλη» συγκεντρώθηκαν επιφυλλίδες δέκα ετών στο βιβλίο «ΠανωΣτάΦυλα, Υπότιτλος: Πάρεργα και εφίμερα μιας παρ' ολίγον δεκαετίας ». Ο συγγραφέας ευχαριστεί την Σοφία Νικολαϊδου που είναι μία εκ των δύο παρουσιαστών του βιβλίου, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Οι ευχαριστίες συνοδεύονται και από τα κολακευτικά σχόλια του συγγραφέα που την χαρακτηρίζει «πολύπειρη, πολύτροπη και μεστή αναγνώστρια». Ο Παπαγγελής αναφέρει πως είναι ωραία η αίσθηση και αξίζει τον κόπο να βιώνει ως πανεπιστημιακός δάσκαλος την «ανοχύρωτη πεποίθηση» πως ξοδεύει τα καλύτερα ακαδημαϊκά του χρόνια με έναν λόγο που δεν είναι εργαλειακός, που δεν είναι μιας χρήσεως και ούτε παραδίδεται στους φοιτητές ενός αμφιθεάτρου αποκλειστικά για εξεταστική χρήση. Ένας τέτοιος λόγος πρέπει να είναι "αυτόνομο δέλεαρ" με ελεύθερη και ανοιχτή ατζέντα για όλους αυτούς που είναι «γραφτό να τσιμπήσουν». Οι επιφυλλίδες του Παπαγγελή διέπονται απ’ αυτήν ακριβώς την λογική. Υπήρξαν αρκετοί στα δέκα χρόνια της έντυπης παρουσίας του που «τσίμπησαν» και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του. Ο ίδιος μας λέει πως έγινε αποδέκτης μιας «υπολογίσιμης σοδειάς από αγανακτισμένα ραβασάκια αταξινόμητης συμβατικής καθαρεύουσας». Μια τέτοια αρνητική κριτική είναι παρηγοριά γι' αυτόν που αρθρογραφεί σε μια εφημερίδα. Έτσι την νιώθει ο Παπαγγελής που θεωρεί πως είναι «καλύτερη η αρνητική επικοινωνία παρά η ασύρματη σιγή». Όταν ο συγγραφέας γράφει δεν σκέφτεται τον αναγνώστη του. Αυτό που λέμε «μέσος αναγνώστης» είναι κάτι απροσδιόριστο και δεν υφίσταται. Στις επιφυλλίδες του κάνει συχνά-πυκνά χρήση αγγλοσαξονικών όρων που πάντα συνοδεύονται από αποσαφηνίσεις στα ελληνικά. Οι επιφυλλίδες του φιλοδοξούν να είναι «συμπλήρωμα των υπόλοιπων ευχαριστήσεων ενός νωχελικού κυριακάτικου ξυπνήματος». Είναι γραμμένες από γραφιάδες με μεράκι και απευθύνονται σε αναγνώστες με μεράκι. Ο συγγραφέας στον τίτλο του βιβλίου κάνει χρήση των λέξεων «πάρεργα» και «εφίμερα». Θεωρεί πως η επιλογή αυτών των λέξεων είναι «καραμπινάτο σύμπτωμα της φιλολογικής του διαστροφής». Ο τίτλος του βιβλίου περιέχει ένα λογοπαίγνιο και ένα οξύμωρο σχήμα. Το ανορθόγραφο εφίμερο σημαίνει κάτι που είναι φτιαγμένο με πόθο και άρα δεν μπορεί να είναι πάρεργο. Το λογοπαίγνιο αυτό προσλαμβάνεται ως τέτοιο από όλους αυτούς που « έχουν παίξει στα νιάτα τους με κείμενα του Ντεριντά» και αντιλαμβάνονται πως η λογική του πάρεργου είναι αυτή που συνήθως εκτοπίζει το κυρίως έργο. Για τον συγγραφέα υπάρχει «μια αφυδατωμένη Παράδοση ενός τεχνολογημένου ακαδημαϊκού λόγου που αποτελεί ένα είδος φυλακής για τους περισσότερους». Αν θα θέλαμε να κάνουμε Κοινωνιολογία των Ελλήνων Κλασσικών Φιλολόγων, λέει ο Παπαγγελής, θα βγάζαμε ενδιαφέροντα συμπεράσματα, όχι πάντα ευχάριστα. Γράφουμε για τους ομόφρονες και μας διαβάζουν οι ομόφρονες χωρίς να διακυβεύουμε τίποτα. Ο Παπαγγελής έχει περάσει απ’ αυτήν τη φάση της ασφυξίας και προσδοκά την ώρα και τη στιγμή που θα αλλάξουν τα πράγματα. Η μεταμόρφωση του ιστορικού υλικού σε κάτι ελκυστικό για τους αποδέκτες είναι ένας διαρκής προβληματισμός για τον Παπαγγελή. Το κόλπο που επινοεί για να το κάνει ελκυστικό είναι ένα "είδος συγχρονικοποίησης" αυτού του ιστορικού υλικού με τη χρήση διαφόρων αφηγηματικών τεχνικών (επιστολή, φανταστικός διάλογος, δημοσκόπηση). Δεν ξαναγράφει τα κείμενά του. Μπορεί να περνάει μιάμιση ώρα μπροστά στον υπολογιστή για να βρει την λέξη εκείνη που θα του επιτρέψει να προχωρήσει. Ποτέ δεν αφήνει κενά που τα συμπληρώνει εκ των υστέρων και ποτέ δεν αντικαθιστά τις λέξεις του . Η καίρια λέξη, πάντως, δεν είναι η αναζήτηση αυτού του σπάνιου λήμματος, του «άπαξ λεγομένου» για το οποίο μιλούν οι κλασσικοί φιλόλογοι. Ο Παπαγγελής δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί σε μια θεωρία και γι’ αυτό προτιμά να αφήνει ασύντακτα όλα αυτά που τον περιβάλλουν. Αναλύει σοβαρά θέματα διαλύοντάς τα μέσα από μια ειρωνική ματιά. Δεν ελέγχει πάντα τις διαθέσεις του. Το συμπέρασμα μπορεί να είναι αμφίσημο ίσως γιατί ένα από τα μεταμοντέρνα πράγματα που αγαπά ο συγγραφέας είναι η παραδοχή πως δεν μπορεί να υπάρξει τέλεια αφήγηση ούτε καν για τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό το τελευταίο μου άρεσε πάρα πολύ…

*Ο Θεόδωρος Παπαγγελής γεννήθηκε το 1952 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Πήρε πτυχίο Κλασικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Kαίμπριτζ. Οι ακαδημαϊκές του μελέτες, ξενόγλωσσες και ελληνικές, εστιάζονται στη λατινική και ελληνιστική λογοτεχνία. Πιο φιλική στο ευρύ αναγνωστικό κοινό θέλει να είναι η μετάφραση της Ερωτικής Τέχνης του Οβιδίου (Καστανιώτης, 2000) -του πιο μακρόσυρτου καιπνευματώδους ερωτικού σαλπίσματος στην ιστορία της δυτικής ποίησης ενώ το πιο πρόσφατο βιβλίο του, με τον τίτλο "Η Ρώμη και ο κόσμος της" (ΙΝΣ, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2005), δοκιμάζει λιγότερο προφανή μονοπάτια για την ξενάγηση του επισκέπτη στα αξιοθέατα και αξιομνημόνευτα της ρωμαϊκής ιστορικής και πολιτισμικής υπερπαραγωγής. Από το 1978 διδάσκει (ή, τουλάχιστον, προσπαθεί) στα σπουδαστηριακά άδυτα του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από όπου ξεμυτίζει κυρίως ως φιλοξενούμενος των "Νέων Εποχών" στο κυριακάτικο "Βήμα".
(Πηγή:Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης)

Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2008

ΔΙΑΔΡΟΜΗ: ΠΑΝΤΟΥ- ΠΟΥΘΕΝΑ!

Σε παλιά του συνέντευξη ο Έλτον Τζον δήλωνε ότι για να αντιμετωπίσει τα καταθλιπτικά του επεισόδια αναγκαζόταν να μετακινείται διαρκώς. Από το Λονδίνο έπαιρνε το ιδιωτικό του αεροπλάνο και έφευγε για το Παρίσι. Εκεί διατηρούσε σπίτι στο οποίο, όμως, δεν έβρισκε καμιά παρηγοριά . Τα μπόλικα λεφτά, η δυνατότητα μετακινήσεων ανά πάσα στιγμή, η ενασχόληση με το τραγούδι και η φήμη δεν ήταν ικανά να τον γαληνέψουν. Από το Παρίσι την κοπανούσε και πήγαινε στην Νέα Υόρκη. Και εκεί τα ίδια προβλήματα. Κανένας τόπος δεν μπορούσε να κρατήσει κοντά του τον τραγουδιστή.
Τα ζόρια του Έλτον Τζον θα μπορούσαν να είναι και τα ζόρια αρκετών από τους εκδρομείς του καλοκαιριού! Υποψιασμένοι για κατάθλιψη ή αγνοώντας το πρόβλημα, οι επισκέπτες στους τουριστικούς προορισμούς συμπεριφέρονται σαν τον Έλτον Τζον. Πουθενά δεν μπορούν να νιώσουν ικανοποίηση και τίποτα δεν τους γεμίζει. Αδυνατούν να απολαύσουν την ομορφιά ενός τοπίου και πάντα δεσμεύονται από την πιθανή ύπαρξη ενός ιδανικού προορισμού ! Εξαιτίας αυτού του ιδανικού προορισμού γίνονται μανιώδεις των μετακινήσεων. Βρίσκονται σ' 'ενα μέρος και την ίδια στιγμή το μυαλό τους ταξιδεύει κάπου αλλού!
Η αδιάκοπη λατρεία του παντού, θα πει ο Ευγένιος Αρανίτσης, είναι παρενέργεια του εσωτερικού πουθενά. Μην ρωτάτε, λοιπόν, τους...δραπέτες του καλοκαιριού από πού έρχονται; Το πιθανότερο είναι να μην ξέρουν να σας απαντήσουν...

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "Αληtheia"

video

Η Βίκυ Σκουμπή είναι αρχισυντάκτρια του περιοδικού Αλήthεια και μιλάει στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου(30/5/2008). Απευθύνει θερμές ευχαριστίες στο ΕΚΕβΙ (Εθνικό Κεντρο Βιβλίου) και σε όλους όσοι παρευρίσκονται στην παρουσίαση του περιοδικού που μετράει μόλις ένα χρόνο ζωής. Ο τίτλος του περιοδικού μπορεί να θεωρηθεί ως η συμπύκνωση της αλήθειας και της αλητείας. Η Αληthεια γράφεται με μεταγραμματισμένο το θ σε λατινικούς χαρακτήρες. Διαβάζεται ως αλήθεια ή αλητέϊα ή αλητεία και εναπόκειται στον αναγνώστη να διαλέξει ανάμεσα σε αυτά τα τρία. Ο τίτλος αλήthεια υποδηλώνει την πίστη των ανθρώπων του περιοδικού πως υπάρχουν διάσπαρτα «ψήγματα αλήθειας» που μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο αν ο άνθρωπος βιώσει την αλητεία με την έννοια της περιπλάνησης. Η αληthεια είναι μια λέξη που πλάθεται από δύο γλώσσες και φιλοδοξεί να αποτελέσει τη γέφυρα ανάμεσα στην Ελληνική γλώσσα και την Γαλλική σκέψη. Το περιοδικό αποτελεί μια γόνιμη αντιπαράθεση ανάμεσα στα γνωστικά πεδία της ψυχανάλυσης της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας και της τέχνης. Φιλοδοξία του περιοδικού είναι να αναδείξει τις σχέσεις ανάμεσα στην φιλοσοφία, την ψυχανάλυση και την λογοτεχνία και να δημιουργήσει νέες εστίες διαλόγου που προκύπτουν από την αντιπαράθεση αυτών των γνωστικών πεδίων. Ο συνεχής διακειμενικός διάλογος είναι ένας στόχος δύσκολος να επιτευχθεί. Η γραφή και η ανάγνωση είναι μια μοναχική δραστηριότητα που ζωντανεύει χάρη στην λογοτεχνία και, κυρίως, την ποίηση. Η Αληthεια δεν αποτελεί «μια απόπειρα μαζικής εισαγωγής γνώσης». Οι θεωρητικοί της προβληματισμοί συνοδεύονται από υπομνηματισμούς και σχόλια για να κατανοούνται ευκολότερα. Κύρια μέριμνα του περιοδικού είναι η μετάδοση της γνώσης στην νεότερη γενιά και η παράδοση της σκυτάλης σε αυτή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το περιοδικό συνεργάζεται με προπτυχιακούς ή μεταπτυχιακούς φοιτητές ( Χάρης Ράπτης- Ειρήνη Μαρκίδη) που προσφέρουν πολύτιμο μεταφραστικό έργο. Το περιοδικό εκφράζει τον πόθο και την λαχτάρα για τη γνώση. Φιλοδοξεί να αποτελέσει εστία αντίστασης «προς την αγοραία εχθρότητα για την εννοιολογικά συγκροτημένη σκέψη». Το περιοδικό εναντιώνεται «στο κυνήγι της ευκολίας και της καλοπέρασης», «στην ακατάσχετη προέλαση ενός αποχαυνωτικού ευδαιμονισμού» και στον «γενικευμένο μεταμοντέρνο σχετικισμό που θεωρεί πως όλα είναι ισοδύναμα με όλα». Η Αληthεια είναι κατά κάποιο τρόπο ένας φόρος τιμής ή η αναγνώριση μιας οφειλής προς τους διανοητές που καθόρισαν και εξακολουθούν να καθορίζουν την πνευματική πορεία όλως αυτών που συμμετέχουν στην έκδοση του περιοδικού.

Διευθυντής του περιοδικού είναι ο Δημήτρις Βεργέτις. Παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού γίνονται διαλέξεις, προβολές ταινιών, σεμινάρια και συνέδρια που βοηθούν στην «συνομιλία» των αναγνωστών με τα κείμενα του περιοδικού. Ένα σπουδαίο συνέδριο με συμμετοχή κορυφαίων διανοητών θα γίνει σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο τον ερχόμενο Οκτώβριο. Το περιοδικό κάνει τα πρώτα του βήματα στο διαδίκτυο και έχει τύχει θερμής υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό (το πρώτο τεύχος με αφιέρωμα στον Ντεριντά εξαντλήθηκε). Η Βίκυ Σκουμπή δεν παραλείπει να ευχαριστήσει την Άννα Πατάκη που στηρίζει το παράτολμο εγχείρημα της έκδοσης ενός τέτοιου περιοδικού και ευελπιστεί πως γύρω από αυτό θα δημιουργηθεί μια ιδιότυπη κοινότητα εκπαιδευμένων ανθρώπων που η ύπαρξή της δεν θα είναι καθόλου δεδομένη!

Καλή πορεία στο περιοδικό Αληthεια!

Υ.Γ Ο Νίκος Δήμου χαρακτήρισε δυσνόητο το περιοδικό και επιχείρησε να το απαξιώσει. Το ίδιο είχε κάνει παλιότερα και για τον Ευγένιο Αρανίτση που τόλμησε(!!!) να κρίνει τις απόψεις του Στέλιου Ράμφου.

Σάββατο, Αυγούστου 16, 2008

ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΣΗ

Χτες, σε ένα βαθιά επιτηρούμενο περιβάλλον, κατάφερα να ξεφύγω από την παγίδα του ανακριτή. Μία από τις χειρότερες εμπειρίες που μπορεί να μου συμβεί είναι να απαντάω στις ανούσιες και πληκτικές του ερωτήσεις. Χτες, το ομολογώ με κάθε ειλικρίνεια, αναγκάστηκα να αλλάξω δρόμο για να μη συναντήσω αυτόν τον μπάστακα που καταγράφει τις κινήσεις τόσο αυτών που φεύγουν για διακοπές όσο και αυτών που μένουν. Οι εκδρομείς που καταφέρνουν να αποδράσουν δεν υπάρχει περίπτωση να τον συναντήσουν παρά μόνο όταν με το καλό επιστρέψουν από τις διακοπές τους. Τότε, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί γιατί ο τύπος στήνει μπλόκα και ζητάει να του εξιστορήσουν με κάθε λεπτομέρεια όλα αυτά που έχουν ζήσει. Αν νομίζετε πως οι ερωτήσεις που κάνει είναι απλές, είστε γελασμένοι! Ο τύπος είναι ένας ανακριτής που κρίνει αυστηρά! Κάτω από τον καυτό ήλιο περιμένει πώς και πώς για να «βομβαρδίσει» τους εκδρομείς με αδιάκοπες ερωτήσεις για το μέρος που πήγαν, για το αν πέρασαν καλά και για το ακριβές ποσό των χρημάτων που έχουν ξοδέψει!

Για τους εναπομείναντες εντός των τειχών η ερώτηση SOS που πρέπει οπωσδήποτε να απαντηθεί είναι «Γιατί δεν πάνε διακοπές;». Η οικονομική κατάσταση, το καθήκον των μετακινήσεων, η ανάγκη για ξεκούραση στο περιβάλλον του σπιτιού, η απροθυμία για συγχρωτισμό με τα μπουλούκια των προσφύγων-τουριστών, είναι κάποιες απαντήσεις που δίνουν οι εναπομείναντες. Ο ανακριτής λαμβάνει υπόψη του αυτές τις απαντήσεις και αποφασίζει για την προφυλάκισή τους ή όχι!

Αισθανόμουν ένοχος που δεν είχα καταφέρει να αποδράσω απ’ την πόλη μου. Από την άλλη δεν είχα καμιά διάθεση να μπω στη φυλακή! Γι΄αυτό και μόλις είδα τον ανακριτή, εξαφανίστηκα. Πρόλαβα και πέταξα στα γρήγορα μια μικρή απολογία που έγραφε τα εξής:

«Υπήρξα εργολάβος τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου και μπορώ να σας πω ότι ένας εργολάβος ζει μέσα στο αντίθετο της γαλήνης, στην αναταραχή. Είσαι συνέχεια αναστατωμένος για κάτι. Χτίζεις το πρώτο σου κτίριο και αμέσως θέλεις να χτίσεις ένα μεγαλύτερο και θέλεις να μένεις σε μεγαλύτερο σπίτι, και αν δεν είναι στο Μπάκχεντ είσαι έτοιμος να κόψεις τις φλέβες σου. Και μόλις το αποκτήσεις αυτό, θέλεις μια φυτεία, δεκάδες χιλιάδες στρέμματα μόνο και μόνο για να κυνηγάς ορτύκια γιατί ξέρεις τέσσερις πέντε εργολάβους που έχουν ήδη φυτείες. Και μόλις το αποκτήσεις και αυτό, θέλεις ένα σπίτι στο Σι Αϊλαντ και ένα γιοτ Χάτερας και μια έκταση βορειοδυτικά του Μπάκχεντ, κοντά στο Τσαταχούτσι, για να μπορείς να πηγαίνεις για ιππασία μεσοβδόμαδα, όταν δεν πηγαίνεις στη φυτεία σου, και ένα ράντσο στο Γουαϊόμινγκ του Κολοράντο ή στη Μοντάνα, επειδή οι πραγματικά επιτυχημένοι στην Ατλάντα και στη Νέα Υόρκη έχουν όλοι ράντσα και φυσικά τώρα πια χρειάζεσαι ένα ιδιωτικό αεροπλάνο, και μάλιστα μεγάλο, ένα τζετ, ένα Γκόλφστριμ 5, γιατί ποιος έχει την υπομονή και το χρόνο και τη σεμνότητα να πηγαίνει με τις κοινές αερογραμμές ακόμη και στη φυτεία, πόσο μάλλον δυτικά, στο ράντσο του; Και τι ψάχνεις σε αυτήν την αέναη αναζήτηση; Τη γαλήνη…

ΤΟΜ ΓΟΥΛΦ,
«Ένας άντρας με τα όλα του»



Διάβασα αυτό το μικρό απόσπασμα στις «θεωρίες για την υπεραξία» από τη στήλη «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ» της εφημ. Καθημερινή (7-8-2005)

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2008

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ

«Η άρνησή μας να αγοράσουμε κακής ποιότητας ή υψηλής τιμής υπηρεσίες και προϊόντα θα δώσει ένα μάθημα στους κερδοσκόπους των διακοπών, αναδεικνύοντας και επιβραβεύοντας τους σωστούς επαγγελματίες»

Κέντρο Προστασίας Καταναλωτή( ΚΕ.Π.ΚΑ)


Είναι δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Το νησί το επισκέπτονται αρκετοί ξένοι. Φημίζεται γι' αυτό που λέμε «διασκέδαση χωρίς όρια». Οι τουρίστες, ως επί το πλείστον νέοι σε ηλικία, πίνουν ασταμάτητα, κάνουν πλάκες και κολυμπούν στις όμορφες παραλίες. Η ελευθεριότητα του νησιού έχει ταυτιστεί στη συνείδηση των επισκεπτών με μια ατέλειωτη κραιπάλη που έχει αλκοόλ, άφθονο χορό, σεξ και τοξικές ουσίες. Τα τελευταία χρόνια οι τοπικές αρχές προσπαθούν να αλλάξουν τη φήμη και τις διαδόσεις που συνοδεύουν το όνομα του νησιού. Γι' αυτόν τον λόγο διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις μέσα από τις οποίες προβάλλεται η πνευματική ζωή του τόπου. Έχει γίνει γνωστό πως για αυτές τις εκδηλώσεις διατίθενται με σχετικά μεγάλη ευκολία χρήματα του υπουργείου Πολιτισμού. Αυτό συμβαίνει επειδή το νησί φιλοξενεί στις διακοπές τους σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής ζωής.

Το 2001 το νησί διέθετε ένα καταπληκτικό μπαράκι με πανοραμική θέα στο λιμάνι. Το μαγαζί ήταν ιδιοκτησία του Σ. που ήταν επαγγελματίας με όλη τη σημασία της λέξης. Στο νησί ήταν κοινό μυστικό πως τα ποτά που σερβίρονταν στους τουρίστες ήταν κακής ποιότητας. Ο Σ. δε σκέφτηκε ούτε μια στιγμή να νοθεύσει τα ποτά του. Στις συζητήσεις που κάναμε ήταν πολύ επικριτικός για όλους αυτούς που το χειμώνα στο νησί ήταν «αγωγιάτες και το καλοκαίρι μεταμορφώνονταν σε επιχειρηματίες». Αυτοί κοίταζαν να κερδίσουν χρήματα γρήγορα και εύκολα, θυσιάζοντας την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και προϊόντων. Ο Σ. στιγμάτιζε πάντα τέτοιες αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές και ο ίδιος συνέχιζε σε πείσμα των καιρών να διατηρεί ένα μαγαζί που ήταν ομολογουμένως αξιοζήλευτο.

Το καλοκαίρι ο τζίρος του μαγαζιού δεν ήταν ο αναμενόμενος. Ο Σ. δεν έμενε ευχαριστημένος από την προσέλευση του κόσμου. Οι νέοι και οι νέες προτιμούσαν την πλατεία της χώρας. Εκεί έκαναν διαγωνισμούς στο ποτό, εκεί ξερνούσαν ελεύθερα και κουτουλούσαν τα κεφάλια τους στα δέντρα και τους τοίχους. Ενδιαφέρονταν πρωτίστως για μια εκτόνωση που θα γινόταν μόνο μέσα από διαρκείς καταχρήσεις. Για ψυχαγωγία ούτε λόγος! Το μαγαζί του Σ. που πρόσφερε γενναιόδωρα αυτήν την ψυχαγωγία ήταν μισογεμάτο.

Ο καλόψυχος Σ. παθιασμένος και ο ίδιος με το ποτό έχει πεθάνει εδώ και κάποια χρόνια από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο θάνατός του διέλυσε μέσα μου και τις τελευταίες ελπίδες πως αυτά τα μπουλούκια των τουριστών ( κύματα προσφύγων για τον Ευγένιο Αρανίτση) θα φτάσουν στο σημείο να ανταμείψουν και να αναδείξουν τους ευσυνείδητους επαγγελματίες που ασχολούνται με τον τουρισμό.

Υ.Γ. Οι πολίτες αυτής της χώρας «διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο»! Σε ζητήματα ανάξια λόγου εξαντλούν όλη την αυστηρότητά τους και εμφανίζονται απαιτητικοί. Σε ζητήματα, όμως, ουσίας κάνουν τους αδιάφορους και το βάζουν στα πόδια.

Παρασκευή, Αυγούστου 08, 2008

ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΙΑ ΦΩΛ(Ι)ΕΣ

Ο υπουργός Ανάπτυξης εκφωνεί πύρινο λόγο στη συνέλευση του Σ.Β.Θ.Κ.Ε. (Βόλος, 29/3/2008). Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας, που παρακολούθησα μέσα από έναν μικρής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό, αναλώνεται στην εμψύχωση των επιχειρηματιών. Η ιδιωτική πρωτοβουλία εκθειάζεται, ενώ απαξιώνεται ο δημόσιος τομέας (!!!). Ο υπουργός αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση ενός γονιού που τον πλησιάζει και του ζητάει να μεριμνήσει εξ' ονόματος του γιου του για μια θέση στο δημόσιο τομέα (αλήθεια, μπορεί ο καθένας να πλησιάσει έναν υπουργό και να του ζητήσει ρουσφετάκι; Τόσα απλά είναι τα πράγματα και δεν το πήραμε χαμπάρι!!!). Ο πατέρας για να προδιαθέσει θετικά τον υπουργό απαριθμεί τα προσόντα του γιου του: είναι κάτοχος μάστερ στην Αγγλία και γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες. Ο υπουργός εξανίσταται όχι γιατί κάποιος έρχεται να του ζητήσει ρουσφετάκι (αυτό είναι μια συνηθισμένη πρακτική στο Ελλαδιστάν!), αλλά γιατί με τέτοια πλούσια προσόντα ο γιος διαλέγει το δημόσιο. Σύμφωνα με τον υπουργό ο γιος θα ΄πρεπε να αναπτύξει το επιχειρηματικό του πνεύμα και να θριαμβεύσει στην αρένα της αγοράς! Ο υπουργός Ανάπτυξης ισχυρίζεται πως αυτός ο λαμπρός νέος για τον οποίο γίνεται λόγος θα χαντακωνόταν στον "μίζερο δημόσιο τομέα"! Σε άλλο τμήμα της ομιλίας του επιτίθεται σ΄'ολους τους ανθρώπους της αγοράς που έχουν κάνει την γκρίνια σύστημα. Ο ίδιος λέει πως έμαθε αλλιώς τα γράμματα στα Λαδάδικα της θεσσαλονίκης. Εκεί, αναφέρει, δε συναντούσες γκρινιάρηδες και μίζερους επιχειρηματίες. Περιφέρει για πολλοστή φορά τον μύθο του ανταγωνισμού (βλέπε: ανθρωποφαγία) που κινητοποιεί τις βαθύτερες δημιουργικές (διάβαζε: καταστροφικές) δυνάμεις των πολιτών αυτής της χώρας. Μιλάει για μειοψηφίες βολεμένων και αποκαλεί "τενεκέδες" όλους αυτούς που χρησιμοποιούν βίαιες συμπεριφορές για να επιβάλλουν τις ιδέες τους. Την ομιλία του την χαρακτηρίζει "κατάθεση ψυχής". Μια κατάθεση ψυχής, όμως, από την οποία απουσιάζουν τα ουσιώδη. Άραγε, σαν υπουργός Ανάπτυξης θα μπορούσε να μας κατατοπίσει επακριβώς για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων σ΄αυτήν τη χώρα που κατοικούμε; Μπορούμε να εντοπίσουμε τους διπλοθεσίτες και τριπλοθεσίτες που αμείβονται με παχυλότατους μισθούς; Επίσης, μπορεί να μας επιβεβαιώσει αν από το 2004 έχουν γίνει 670.000, περίπου, προσλήψεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα; Πώς έγιναν αυτές οι προσλήψεις; Έγιναν βάσει της διαδικασίας που ακολουθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) ή μήπως μ' ένα θολό καθεστώς πρόσληψης που ευνοεί τη δημιουργία μιας καινούριας σειράς εξαρτημένων εργαζόμενων που ονειρεύονται την μονιμότητα (σίγουρη συνταγή!) και συμμετέχουν στις περίφημες "δημοκρατικές διαδικασίες" για την ανάδειξη μιας κυβέρνησης; Ειλικρινά, είναι να θλίβεσαι για την ξιπασιά της εξουσίας που χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να εξαθλιώσει και να υποτάξει ακόμα περισσότερο τους πολίτες που υποτίθεται πως υπηρετεί! Το ΑΣΕΠ απαξιώνεται βαθμιαία επειδή μειώνει το κύρος των βουλευτών και διαταράσσει τις πελατειακές σχέσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα σ΄αυτούς και τους ψηφοφόρους τους. Κακά τα ψέματα! Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας υπήρξε σε όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης η δεξαμενή για την άγρα ψηφοφόρων. Πρώην αφισοκολλητές και άνθρωποι που μόχθησαν για το Κόμμα θα έπρεπε να ανταμειφθούν για την προσφορά τους. Για αυτούς, να 'στε σίγουροι, ο δημόσιος τομέας δεν υπήρξε ποτέ μίζερος...

Τρίτη, Αυγούστου 05, 2008

0 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

video

(Διάλεξη του Δημήτρη Καλοκύρη για τον Νίκο Καββαδία στο Remezzo.Ο Δημήτρης Καλοκύρης είναι στολίδι για τον πολιτισμό μας!)


Η θάλασσα είναι η αγαπημένη έμπνευση των ποιητών της γενιάς του ’30. Σπουδαίοι ποιητές αυτής της γενιάς γράφουν ποιήματα για την θάλασσα. Ενδεικτικά, ο Σεφέρης γράφει το «Ημερολόγιο Καταστρώματος», ο Ρίτσος το «Εμβατήριο του Ωκεανού», ο Εγγονόπουλος τον «Ατλαντικό», ο Ελύτης τον «Μικρό Ναυτίλο». Οι ποιητές ανακαλύπτουν τη θάλασσα ως ποιητικό άλλοθι και οι γοργόνες, τα δελφινοκόριτσα, τα καράβια, κυριαρχούν ως θαλασσινά μοτίβα στα ποιήματά τους. Ο Καββαδίας «μεγαλωμένος στην ποιητική των γραφικών λυρισμών που γέμιζαν τα προπολεμικά λογοτεχνικά περιοδικά αλλά και μυθολογικά στιγματισμένος από των αναχωρήσεων την μανία» επιδιώκει μέσα από τις «μανούβρες της ρυθμικής του λόγου να αποσπάσει το αινιγματικό μυστικό του Σεζάν, δηλαδή τα νήματα της ποιητικής εικόνας». Για τον Δημήτρη Καλοκύρη το κύριο εργαλείο του Καββαδία είναι το εύρημα του «επαγγελματία ασυρματιστή». Ο «επαγγελματίας ασυρματιστής» είναι ένα τέχνασμα λογοτεχνικής τάξεως. Χάρη σ’ αυτό ο ποιητής κοινωνεί τα ποιήματα και τα αφηγήματά του που αποτελούν «ονειρικές ειδήσεις από τόπους χιμαιρικούς».Ο Καββαδίας είναι ένας χαμηλόφωνος νεαρός. Ρομαντικός, γραφικός και παράξενος γράφει σε στυλ παλιοκαιρίστικο. Η θεματολογική εμμονή με την θάλασσα είναι πανταχού παρούσα στα ποιήματά του. Η ποιητική παραγωγή παρουσιάζει την θλίψη και όχι την παραδοχή της ναυτικής ζωής. Παντού κυριαρχεί η στέρηση της επιθυμητής ζωής. Η τύψη και η νοσταλγία είναι οι κύριες μορφές που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να εκφράσει την ρομαντική φυγή από την πραγματικότητα. Το ποιητικό του σύμπαν είναι βουτηγμένο στην θλίψη, την παρακμή, την μουντή ατμόσφαιρα και την ομίχλη. Θυμίζει τον Ρεμπώ, τον Μποντλαίρ, τους Γάλλους συμβολιστές και τον Καρυωτάκη. Η θεματολογία και τεχνική των ποιημάτων είναι πιο κοντά στον κοσμοπολίτικο ρομαντισμό και πιο μακριά από το εγχώριο φοκλόρ. Είναι λόγιος που διαλέγει τη θάλασσα ως εργαλείο για να εκφραστεί. Αφηγείται τα ταξίδια του με νοσταλγικό και τρυφερό τρόπο. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι ένας ναυτικός στον οποίο ξυπνάει μέσα του ο ποιητικός οίστρος. Δεν είναι αυτός που πηγαίνει στην θάλασσα, αλλά είναι η θάλασσα που έρχεται κοντά του. Έχει μεγάλη απήχηση στον κόσμο και φαίνεται να συγκινεί. Η φιλολογική γραφειοκρατία της γενιάς του ’30 κρίνει αυστηρά τις στιχουργικές αδεξιότητες του πρώτου βιβλίου του. Ο Καββαδίας συναναστρέφεται και αφιερώνει ποιήματα σε όλους αυτούς που συνιστούν την αφρόκρεμα της λογοτεχνίας και του θεάτρου (Ράντος, Μελαχρινός, Καραγάτσης, Βεάκης, Θεοτοκάς, Χατζηκυριάκος Γκίκας, Ουράνης). Όλοι δείχνουν να τον συμπαθούν αλλά δεν τον εντάσσουν στην περίφημη γενιά του ’30. Του «απονέμεται» ο τίτλος του καταραμένου ποιητή. Για τον Καλοκύρη αυτό είναι εύσημο! Ο τίτλος του καταραμένου ποιητή ισοδυναμεί με τιμητική αποστρατεία και πίσω από όλο αυτό ο Καλοκύρης δεν διακρίνει κάτι εσκεμμένο και οργανωμένο. Οι σπάνιες δημοσιεύσεις, οι αδιάκοπες περιπλανήσεις, η θεματολογική εμμονή, η αυστηρότητα των κρίσεων , το σκηνικό της παρακμής στα ποιήματα , όλα αυτά κατατάσσουν τον Καββαδία στους καταραμένους ποιητές. Για τον Καλοκύρη η μυθοπλασία της Αλεξάνδρειας του Καβάφη αναλογεί μέχρι ενός σημείου με την θάλασσα του Καββαδία.

Ο Νίκος Καββαδίας γεννιέται αρχές Ιανουαρίου του 1910 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της περιοχής Χαρμπίν της Κίνας, που τότε ήταν στρατιωτική βάση. Από το 1900 ο τσαρικός στρατός είναι στρατός κατοχής σε αυτήν την πόλη με πρόσχημα την εξέγερση των Κινέζων Μπόξερς* που ήθελαν να διώξουν τους ξένους από την Κίνα. Το 1910 εμφανίζεται ο κομήτης του Χάλεϊ και κυκλοφορεί η φήμη πως ξημερώνει η τελευταία μέρα του κόσμου. Πολλοί ανησυχούν και ξενυχτάνε. Ο Στραβίνσκυ γράφει το κουαρτέτο «Το πουλί της Φωτιάς» και το Αργεντίνικο Τάνγκο γίνεται ο δημοφιλέστερος χορός στην Ευρώπη. Ένας Γερμανός βακτηριολόγος μετά από 605 άκαρπες προσπάθειες βρίσκει το φάρμακο κατά της σύφιλης. Εκείνη την χρονιά πεθαίνει ο ζωγράφος Ρουσσώ και ο Τολστόι. Στην Ελλάδα έχουμε τα επεισόδια στο Κιλελέρ, αυτοπυροβολείται έφιππος μέσα στη θάλασσα ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Βενιζέλος σχηματίζει την πρώτη κυβέρνηση. Οι γονείς του Καββαδία είναι Κεφαλλονίτες. Ο πατέρας του τροφοδοτεί με τρόφιμα τον τσαρικό στρατό. Το 1914, με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στο Αργοστόλι. Ο πατέρας του επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στην Ρωσία. Αυτές δεν πάνε καλά και πτωχεύουν. Στην επανάσταση του 1917 φυλακίζεται και τελικά επιστρέφει στην Ελλάδα το 1921. Η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Στο δημοτικό ο Καββαδίας είναι συμμαθητής με τον Τσαρούχη. Διαβάζει Βερν και βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο είναι συμμαθητής με τον μετέπειτα συγγραφέα και γιατρό του Πολεμικού Ναυτικού, τον Παύλο Νιρβάνα*. Δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Παύλος Βαλχάλας τα πρώτα του ποιήματα. Δίνει εξετάσεις στην ιατρική σχολή και αποτυγχάνει. Η ιατρική επιστήμη και η υγεία του, λέει ο Καλοκύρης, τον απασχολούν στα όρια της ψύχωσης. Μέσα στην καμπίνα του έχει πάντα ένα μεγάλο φαρμακείο. Πεθαίνει ο πατέρας του και ο Καββαδίας βρίσκει δουλειά σε ναυτικό γραφείο. Ο μικρότερος αδερφός μπαρκάρει στα καράβια και αργότερα γίνεται καπετάνιος. Την ίδια περίοδο έχουμε την Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση των πανικόβλητων προσφύγων στην Ελλάδα. Σε διεθνές επίπεδο εκδίδεται το βιβλίο «Οδυσσέας» του Τζόυς. Ο Καββαδίας λατρεύει αυτό το βιβλίο και διαβάζει με προσοχή τον «Πέδρο Καζάς» του Κόντογλου, την «Ασκητική» του Καζαντζακη (με αυτόν γίνονται φίλοι) , «Το φως που καίει» του Βάρναλη. Την περίοδο εκείνη αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης. Ο Καββαδίας διαβάζει με μανία Ρεμπώ, Μποντλαίρ, Ουράνη και Φιλύρα.

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

*Στα τέλη του 19ου αιώνα η φεουδαρχική και η ιμπεριαλιστική καταπίεση είχε πολλαπλασιαστεί πάνω στον κινεζικό λαό με την αύξηση των φόρων και των χαρατσιών. Ετσι η αγανάκτηση του κινεζικού λαού μεγάλωνε συνεχώς και όλο και πιο συχνά ακουγόταν το σύνθημα «θάνατος στους ξένους κατακτητές και τους πουλημένους υπαλλήλους». Η κατάσταση αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, έφερε τη λαϊκή εξέγερση, μια από τις γνωστότερες εξεγέρσεις στην κινεζική ιστορία, την επονομαζόμενη εξέγερση των Μπόξερς. Οι Μπόξερς πήραν την ονομασία τους από τη «σύντμηση του τίτλου της οργανώσεώς τους: "Δίκαιες και αρμονικές γροθιές", που κι αυτός ήταν μια τραβηγμένη μετάφραση του κινεζικού "Ι-χο Τσουάν"», γράφει ο Ντέιβιντ Πονγκ. Η εξέγερση των Μπόξερς οδηγήθηκε σε ήττα και σε ένταση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης αν και η αντίσταση του κινεζικού λαού εμπόδισε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να διαμελίσουν τη χώρα. Εντούτοις οι ξένοι υποχρέωσαν την Κίνα να τους πληρώσει μέσα σε εννέα χρόνια μια τεράστια πολεμική αποζημίωση, αποκτούσαν δικαιώματα να διατηρούν στρατό στη χώρα και δέσμευαν την αυτοκρατορική αυλή να καταπνίξει στο μέλλον κάθε αντιιμπεριαλιστική εξέγερση.(Εφημερίδα Ριζοσπάστης)

*Ψευδώνυμο το Πέτρου Αποστολίδη που γεννήθηκε το 1866 στη Ρωσία και πέθανε το 1938 στην Αθήνα

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2008

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΣΑΚΗΣ ΤΟΤΛΗΣ(5)



Για να μην χάσουμε τις συνέχειες:







Η λεοπάρδαλη είναι το ονειρικό αντικείμενο που συμβολίζει το πραγματικό σκυλί της προηγούμενης μέρας. Η λεοπάρδαλη είναι ένα απαραίτητα όμορφο ζώο που απαλλάσσει τις εκκρεμείς θυμικές εντάσεις του συγγραφέα και ισορροπεί την ψυχή του. Τα ερωτήματα είναι εύλογα: Από πού ήρθε, πως και γιατί; Η απάντηση στην πρώτη ερώτηση είναι εύκολη. Ο Σάκης Τότλης μας λέει πως κατά τη διάρκεια του ύπνου η μόνη πηγή εικόνων είναι η μνήμη. Η λεοπάρδαλη, λοιπόν, προέρχεται από την Μνήμη. Στη συνέχεια ο συγγραφέας διατυπώνει μια λογική υπόθεση σύμφωνα με την οποία το εκκρεμές θυμικό φορτίο είναι ενέργεια που μπορεί να ενεργοποιήσει μια παράσταση μέσα στη μνήμη και να την ανακαλέσει στη φαντασία μες στο όνειρο. Έτσι συμβαίνει και με κάθε φυσιολογική μνημονική ανάκληση στην πραγματικότητα. Σαν παράδειγμα φυσιολογικής μνημονικής ανάκλησης ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον Λευκό Πύργο. Μέσα από αυτό το παράδειγμα φαίνεται καθαρά η σχέση του λόγου με την εικόνα. Με το άκουσμα του ονόματος «Λευκός Πύργος» κυκλοφορεί στην φαντασία μας η συγκεκριμένη εικόνα του Λευκού Πύργου. Αυτό συμβαίνει γιατί η συνείδηση έχει σχέση με τις παραστάσεις τις εγγεγραμμένες μέσα στη μνήμη. Η συνείδηση λειτουργεί σε πιο υψηλό επίπεδο ενέργειας και οι παραστάσεις στη μνήμη σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο ενέργειας. Οι εγγεγραμμένες στη μνήμη παραστάσεις βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση ή ,αλλιώς, σε κατάσταση λήθης. Η φωνή είναι η ενέργεια που ενεργοποιεί μες στη μνήμη τη συγκεκριμένη παράσταση του Λευκού Πύργου αποκλείοντας όλες τις υπόλοιπες παραστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση αποκτά υψηλή ενέργεια και μπορεί να καταγραφεί στη συνείδηση. Η συνείδηση έχει σχέση με τις παραστάσεις αλλά και με τις εικόνες της πραγματικότητας. Ο Τότλης χρησιμοποιεί δύο παραδείγματα για την καλύτερη κατανόηση αυτών που λέει:.Το ένα παράδειγμα είναι οπτικό και έχει να κάνει με το φως που υπάρχει μες στην αίθουσα που γίνεται η διάλεξη. Το αρκετό φως δίνει τη δυνατότητα σε όλους εμάς που παρακολουθούμε την διάλεξη να καταγράψουμε μέσα στη συνείδησή μας την εικόνα του Σάκη Τότλη. Ο πολύ χαμηλός ή πολύ δυνατός φωτισμός, αντιθέτως, μας εμποδίζει να κάνουμε την καταγραφή της εικόνας του συγγραφέα. Το δεύτερο παράδειγμα είναι ηχητικό:Ακούμε την φωνή του συγγραφέα επειδή έχουν αρκετή ένταση τα μεγάφωνα. Αν χαμηλώσουν τα βόλιουμ ο Σάκης Τότλης θα μιλάει αλλά εμείς δεν θα μπορούμε να τον ακούσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τον δυνατό ήχο που θα έσπαγε τα τύμπανα των αυτιών μας.Οι εικόνες, λοιπόν, καταγράφονται σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο στο οποίο λειτουργεί η συνείδηση. Αυτό το συγκεκριμένο επίπεδο είναι η πραγματικότητα που την μοιραζόμαστε και την καταλαβαίνουμε όλοι μας. Για το νου αυτό το επίπεδο είναι το κυριολεκτικό επίπεδο της πραγματικότητας .Τα υπόλοιπα τα καταλαβαίνουμε ως μεταφορές, συμπεράσματα και αλληγορίες. Ένα γνωστό όνομα μας παραπέμπει σε μια εικόνα που προϋπάρχει στην μνήμη. Ένα άγνωστο όνομα μένει πάντα ορφανό από εικόνα. Η κανονική σειρά είναι να βλέπουμε πρώτα μια εικόνα, μετά αυτή η εικόνα να καταγράφεται στην μνήμη και ,έπειτα, αυτή δύναται να ανακληθεί είτε στην πραγματικότητα είτε στο όνειρο. Δεν υπάρχει τίποτα στη μνήμη αν δεν υπάρχει πρώτα στην επίγνωση και δεν υπάρχει τίποτα στο όνειρο αν δεν υπάρχει στη μνήμη. Ένας αρχαίος Έλληνας δεν θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί ένα τρένο.

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

Υ.Γ. Ο τρόπος με τον οποίο γράφει ο Σάκης Τότλης προάγει την λογικομαθηματική μας σκέψη. Μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον πληροφοριών ο συγγραφέας πασχίζει συγκινητικά να αποσαφηνίσει έννοιες που θεωρούμε τόσο προσιτές που τις αγνοούμε παντελώς! Η εργασία του είναι αξιέπαινη και γίνεται ακόμα πιο σημαντική γιατί συμβαίνει κάτω από την μύτη ενός ηλίθιου συστήματος αξιολόγησης που εξαίρει όλους αυτούς που πουλάνε αέρα κοπανιστό και αγνοεί προκλητικά αυτούς που προσφέρουν πραγματικά. Ακόμα, θα ήθελα να τον ευχαριστήσω που έγινα παραλήπτης μερικών έτοιμων κεφαλαίων που συμπεριέλαβε στο καινούριο βιβλίο "ΕΝΕΡΓΕΙΑ -(Η πνοή στον πηλό)". Η χειρονομία του με τιμάει.