Τρίτη, Φεβρουαρίου 22, 2011

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΠΑΤΕΡΑ

"Κι έτσι ο Αντρέϊ Εφίμιτς αντιμετώπισε με αδιαφορία τις ανωμαλίες του νοσοκομείου. Ζήτησε μονάχα από τους υπαλλήλους και τις νοσοκόμες να μην κοιμούνται στους θαλάμους των αρρώστων και φρόντισε να γίνουν δύο ντουλάπια για τα εργαλεία. Ο επιστάτης, η προϊσταμένη κι ο βοηθός έμειναν στην θέση τους.
Ο Αντρέϊ Εφίμιτς λάτρευε πάνω από όλα το φωτισμένο μυαλό και την τιμιότητα στον άνθρωπο, μα δεν είχε ούτε αρκετή σταθερότητα στο χαρακτήρα ούτε τόση εμπιστοσύνη στο δίκιο για να δημιουργήσει γύρω του μια πνευματική και τίμια ζωή. Δεν ήξερε ούτε να διατάζει, ούτε να αρνιέται, ούτε να εξαναγκάζει. Λες και είχε ορκιστεί να μην θυμώσει ποτέ, να μη δώσει ποτέ στη φωνή του τόνο προσταγής. Δυσκολευόταν πολύ να πει: «Δώσε!», «Φέρε!».Ακόμα και όταν πεινούσε έλεγε στην μαγείρισσα: «Αν είχα ένα φλυτζάνι τσάϊ…», ή «Τι λες, δεν είναι ώρα για φαγητό;».Να φωνάξει τον επιστάτη του νοσοκομείου και να του πει ξεκάθαρα να σταματήσει τις κλεψιές, να τον διώξει ή να καταργήσει αυτή την άχρηστη και παρασιτική θέση, έ, αυτό ξεπερνούσε ολότελα τις δυνάμεις του.
Όταν τον ξεσκόνιζαν με δουλοπρέπεια, όταν του σώριαζαν ψευτιές με το τσουβάλι, όταν του παρουσίαζαν να υπογράψει ένα λογαριασμό πλαστό εκατό τα εκατό, γινόταν κατακόκκινος σαν αστακός και ντρεπόταν σαν να ήταν αυτός ο κλέφτης. Αλλά στο τέλος υπέγραφε τον λογαριασμό. Όταν οι άρρωστοι παραπονιούνται για το άθλιο φαγητό και την κακή μεταχείριση σάστιζε και μουρμούριζε με ύφος φταίχτη: «Καλά, καλά, θα το εξετάσουμε…κάποια παρεξήγηση θα έχει γίνει…»
Τον πρώτο καιρό ο Αντρέϊ Εφίμιτς δούλευε με πολύ ενθουσιασμό. Από το πρωί ως το μεσημέρι εξέταζε τους αρρώστους και χειρουργούσε. Πήγαινε ακόμα και στην πόλη για να ξεγεννήσει καμιά γυναίκα. Οι κυρίες έλεγαν πως τις φρόντιζε πολύ, πως οι διαγνώσεις του ήταν άριστες, ιδιαίτερα στα γυναικολογικά και παιδικά νοσήματα.
Μα σιγά, σιγά, άρχισε να βαριέται την ιατρική του. Τον κούραζε γιατί ήταν μονότονη και το κυριότερο δεν έβλεπε χειροπιαστά αποτελέσματα. Εξετάζεις σήμερα τριάντα αρρώστους, αύριο παρουσιάζονται τριανταπέντε , μεθαύριο σαράντα. Έτσι, τα ίδια μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Η θνησιμότητα δεν περιορίζεται διόλου και οι άρρωστοι έρχονται όλο και καινούριες φουρνιές. Να εξετάσεις προσεκτικά και να δώσεις συμβουλές και συνταγές σε σαράντα αρρώστους που βλέπεις κάθε πρωί ξεπερνάει την αντοχή σου. Όσο και νάχεις καλές προθέσεις, η δουλειά σου θα καταντήσει τσαρλατανιά. Όταν στο τέλος του χρόνου βλέπεις στον απολογισμό πως πέρασαν από τα χέρια σου δώδεκα χιλιάδες άρρωστοι ξέρεις πως κορόιδεψες τους χίλιους. Έπειτα, να απομονώσεις σε ένα θάλαμο τους σοβαρά αρρώστους και να ασχοληθείς με την θεραπεία τους σύμφωνα με τους επιστημονικούς κανόνες κι αυτό είναι αδύνατο. Γιατί υπάρχουν, βέβαια, κανόνες μα επιστήμη πουθενά. Κι αν αποφασίσεις να εφαρμόσεις σχολαστικά τους επιστημονικούς κανόνες, όπως κάνουν οι πιο πολλοί γιατροί, πρέπει να εξασφαλίσεις πάνω απ’ όλα καθαριότητα και καλό αερισμό των θαλάμων. Μα εδώ μέσα ζέχνουν όλα. Ύστερα χρειάζεται καλή τροφή και όχι βρωμόσουπες από σάπια ξυνολάχανα. Χρειάζονται ακόμα τίμιοι συνεργάτες και όχι κλέφτες…
Και, στο κάτω κάτω της γραφής, γιατί να εμποδίζουμε τους ανθρώπους να πεθαίνουν, αφού ο θάνατος είναι το φυσιολογικό και προκαθορισμένο τέλος όλων μας; Τι θα αλλάξει στον κόσμο αν ένας έμπορος, να πούμε, ή ένας υπάλληλος κρατηθεί στη ζωή πέντε και δέκα χρόνια παραπάνω;…Κι αν ο σκοπός της Ιατρικής είναι να απαλύνει, να γλυκαίνει τους πόνους των αρρώστων με κάθε λογής ρεμέντια προβάλλει αμέσως, το θέλεις δεν το θέλεις, ένα ερώτημα: Και γιατί να απαλύνεις τον πόνο; Λένε πως η δοκιμασία του ανθρώπινου κορμιού ανοίγει το δρόμο για την τελειότητα. Αν αρχίσουμε να γλυκαίνουμε τους πόνους των ανθρώπων με σταγόνες και χάπια θα γκρεμίσουμε μονοκοπανιά και την θρησκεία και τη φιλοσοφία που ως την εποχή μας είναι όχι μονάχα το καταφύγιο σε κάθε δοκιμασία, μα αυτή η ίδια η ευτυχία. Ο Πούσκιν , πριν πεθάνει, πέρασε φριχτούς πόνους. Ο δύστυχος ο Χάϊνε έμεινε χρόνια ολόκληρα παράλυτος. Γιατί λοιπόν να μην υποφέρουν λίγο ένας Αντρέϊ Εφίμιτς ή κάποια Ματρόνια Σαββίσνα που η ζωή τους χωρίς τον πόνο θα ήταν ολότελα αδειανή, ίδιο άγραφο χαρτί;
Αυτές οι σκέψεις τσάκισαν την ψυχική αντοχή του Αντρέϊ Εφίμιτς. Ο γιατρός έχασε το κουράγιο του και έπαψε να πηγαίνει στο νοσοκομείο κάθε μέρα".

( ένα μικρό απόσπασμα από την νουβέλα «Θάλαμος 6», του Τσέχωφ)

Ετικέτες ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα