Πέμπτη, Απριλίου 21, 2011

ΚΑΜΙΛ ΚΛΟΝΤΕΛ ΑΠΌ ΤΗΝ ΛΥΔΙΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ


Η Λυδία Φωτοπούλου υποκλίνεται μετά το τέλος της παράστασης στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης- Σάββατο 16 Απριλίου 2011. Ο κόσμος την καταχειροκροτεί και δείχνει να επιβραβεύει όλους αυτούς που προάγουν την θεατρική παιδεία στην χώρα μας.



Ήθελε να γευτεί τον παράδεισο όπως όλες οι νεογέννητες και οι νεογέννητοι του κόσμου. Η γλύπτρια Καμίλ Κλοντέλ γεννιέται στις 8 Δεκεβρίου του 1863. Αποτελεί μέλος μιας πενταμελούς οικογένειας με μητέρα, πατέρα, αδελφή και έναν αδελφό «τον μετέπειτα περίφημο λογοτέχνη και διπλωμάτη» Πωλ Κλοντέλ. Η κύρια παιδεία της παρέχεται από τον παιδαγωγό Μ.Calin. Σε ηλικίες ανάμεσα στα 13 και 16, η Καμίλ δουλεύει έργα με πηλό κάτω από την καθοδήγηση του γλύπτη Alfred Boucher. Η οικογένεια μετακομίζει διαρκώς.

Το 1864 η Καμίλ γνωρίζει τον Rodin και μαθητεύει κοντά του. Συνάπτει δεσμό μαζί του και γίνεται η μούσα του και η πηγή των εμπνεύσεων του. Η Καμίλ γοητεύεται από τον δάσκαλό της και διαισθάνεται ότι αυτός είναι ο μοιραίος άντρας με τον οποίο θα γευτεί τον παράδεισο ή την…κόλαση! Η Καμίλ μοιράζεται μαζί του τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και νιώθει πως βρίσκει τον συνοδοιπόρο της. Γρήγορα, όμως, αντιλαμβάνεται πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αποτραβιέται από κοντά του και παρουσιάζει τάσεις απομόνωσης. Αυτό που την προσβάλλει πάρα πολύ είναι οι υπαινιγμοί των άλλων για ενεργό ανάμιξη του Rodin στο δημιουργικό της έργο. Ίσως, η κύρια αιτία της απομόνωσής της είναι η ανάγκη να ξεφύγει από την σκιά του δασκάλου της και να αποδείξει σε όλους ότι αξίζει. Ταξιδεύει στην Αγγλία και περνάει κάποιο διάστημα στα Πυρηναία. Αλληλογραφεί με τον Rodin. Μέσα από την επιστολογραφία αντλούμε στοιχεία για την ποιότητα της σχέσης τους. Η Καμίλ φαντασιώνεται πως κοιμάται ολόγυμνη με τον Rodin δίπλα της. Φοβάται πολύ τις απιστίες του και για αυτό τoν παρακαλεί να μην την απατά. Τον προτρέπει να μην διάγει έκλυτο βίο γιατί δεν τον αντέχει και αρρωσταίνει. Τον παρακινεί να αναβάλλει τις απολαύσεις και να εργάζεται. Μέσα από τις επιστολές μαθαίνουμε πως ο Rodin στέλνει κοινότυπες απαντήσεις και γι’ αυτό η Καμίλ του ανταπαντά με ολιγόλογα μηνύματα.

Στην γλύπτρια αρέσουν οι περίπατοι και η δουλειά. Μπορεί να μένει για πολλές ώρες και μέρες μέσα στο εργαστήριο και να δουλεύει. Εκθέτει έργα της στην Γαλλία και την Ρώμη και γίνεται μέλος κριτικών επιτροπών. Η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του συντρόφου της έχει ήδη κλονιστεί. Το έργο της «Η ώριμη ηλικία» είναι μια «αλληγορία του τέλους της σχέσης της με τον Rodin». Δουλεύει εξαντλητικά και την κατακλύζουν πολλές πρωτότυπες ιδέες αλλά και εμμονές. Κατηγορεί τον Rodin ως αντιγραφέα των ιδεών και της φαντασίας της. Ισχυρίζεται πως αυτός δίνει εντολή σε έναν φίλο του να της καταστρέψει μερικά από τα έργα της. Κατηγορεί μια καθαρίστρια πως της κλέβει τα σκίτσα και έναν γείτονα πως κλέβει τα μυστικά της πρωτότυπης δημιουργικής της εργασίας και τα κοινοποιεί στους άλλους. Η Καμίλ πικραίνεται στην σκέψη πως αντιγράφουν τις ιδέες της και πλουτίζουν χάρη σε αυτήν την αντιγραφή.

Το 1896 εμφανίζονται τα «πρώτα σημάδια σοβαρής ψυχασθένειας». Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Από την αλληλογραφία της, διαπιστώνουμε πως ο Rodin την ενισχύει οικονομικά αλλά όχι για πάντα. Οι οικονομικές δυσχέρειες την εμποδίζουν να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εργασία της. Ντρέπεται που πουλάει τα έργα της αλλά είναι μια καλλιτέχνιδα σε απόγνωση. Τα παραθυρόφυλλα της κατοικίας της μένουν σφαλιστά, ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει την ευαισθησία της και την κουτσομπολεύει. Το περιβάλλον είναι ανελεύθερο και καταπιεστικό. Η Καμίλ «συνθλίβεται ανάμεσα στον δυναμικό επιφανή δάσκαλο και αγαπημένο της Ροντέν και τον ανερχόμενο, φιλόδοξο συγγραφέα και πρέσβη αδελφό της, ανάμεσα στον πατέρα της, που την λάτρευε και την θεοσεβούμενη μητέρα της που ντρεπόταν για τη συμπεριφορά της»(Στέλιος Κρασανάκης). Για την Καμίλ η μητέρα της είναι «ένας μετριοπαθής άνθρωπος με αίσθηση του καθήκοντος». Κοντά σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε και μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη της Καμίλ που σίγουρα επιβαρύνει την ψυχολογία της και επισπεύδει την έλευση συμπτωμάτων μανίας καταδίωξης.

Εμφανίζεται κουρασμένη, αποκαρδιωμένη και έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις. Διαλύει κάποια από τα έργα της. Το 1913 πεθαίνει ο πατέρας της. Την ίδια χρονιά αποφασίζεται ο εγκλεισμός της σε ψυχιατρείο κοντά στο Παρίσι. Ένα χρόνο αργότερα, μεταφέρεται σε άλλο άσυλο ψυχασθενών στην νότια Γαλλία. Η οικογένειά της δηλώνει την παρουσία της μέσω των δώρων που της στέλνει. Ο μόνος άνθρωπος που την επισκέπτεται- ελάχιστες φορές είναι αλήθεια- είναι ο αδελφός της Πωλ Κλοντέλ. Το οικογενειακό της περιβάλλον αρνείται την πρόταση του γιατρού για «δοκιμαστική έξοδο και επανένταξη στην οικογένεια». Η Καμίλ επιθυμεί την μεταφορά της σε ψυχιατρείο κοντά στο Παρίσι, αλλά και πάλι δεν εισακούεται η επιθυμία της.

Μέσα από το άσυλο διαμαρτύρεται για την κακή ποιότητα της τροφής, για την ελλιπή θέρμανση και για τη στέρηση της ελευθερίας της. Κατηγορεί την αδελφή της πως «σφετερίστηκε την περιουσία της». Θρηνεί για τα αλόγιστα ποσά που δαπανά η οικογένεια και τα οποία θα μπορούσαν να δοθούν στην ίδια για να συνεχίσει το δημιουργικό της έργο. Σε ένα γράμμα υπογράφει «η εξόριστη αδελφή σου». Βιώνει στα 30 χρόνια εγκλεισμού μια φριχτή μοναξιά. Νιώθει να ακυρώνεται η έκφραση της και με αυτόν τον τρόπο να εκμηδενίζεται η καλλιτεχνική της αξία. Το 1929 πεθαίνει η μητέρα της. Το 1942 ο αδελφός της Κλοντέλ «ορίζεται ο γενικός διαχειριστής του έργου της». Ένα χρόνο μετά, η Καμίλ πεθαίνει και ενταφιάζεται στο νεκροταφείο των ασθενών του ασύλου.

Η Καμίλ Κλοντέλ θέλησε να ζήσει την δική της ζωή και όχι των άλλων. Για να πετύχει αυτό το αυτονόητο συγκρούστηκε με τις δυνάμεις της συντήρησης που φάνηκαν ετοιμοπόλεμες και κατάφεραν να την διασύρουν. Η κραυγή την Κλοντέλ «μας αφορά όλους, εκφράζει κάθε αποκλεισμένο και έρχεται να συναντήσει εκείνες του Έντβαρντ Μουνκ, του Φραντς Καρλ Μπύλερ και του Φράνσις Μπέικον»(Στέλιος Κρασανάκης).

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα