Κυριακή, Ιουνίου 26, 2011

ΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ(1)




(Από την τιμητική εκδήλωση-αφιέρωμα στην μνήμη του Αλμπέρτο Ναρ. Ομιλητές είναι οι Τάσος Καλούτσας, Θωμάς Κοροβίνης, Μανόλης Ξεξάκης και Περικλής Σφυρίδης. Είναι Παρασκευή  10 Ιουνίου 2011, στην μικρή εξέδρα του Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης


Πρέπει να ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Είχα πάει να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο του Παρατηρητή στην Προξένου Κορομηλά. Στην εκδήλωση θα παρουσιαζόταν μια συλλογή διηγημάτων του λογοτέχνη Γιώργου Σκαμπαρδώνη παρουσία και του ίδιου του συγγραφέα. Η προθήκη του βιβλιοπωλείου ήταν γεμάτη με τα βιβλία του Σκαμπαρδώνη και οι φανατικοί φίλοι του είχαν έρθει για να τον ακούσουν. Στο τέλος της παρουσίασης, όταν δόθηκε η δυνατότητα στο κοινό να παρέμβει με τις ερωτήσεις του, σηκώθηκε κάποιος κύριος που καθόταν πλησίον μου και εξήρε το έργο και την πνευματική πορεία του Σκαμπαρδώνη. Σε αυτόν τον άγνωστο κύριο μού έκανε εντύπωση η εγκαρδιότητα και η προσπάθειά του να πείσει το ακροατήριο για την ειλικρίνεια των προθέσεων του. Η στάση του έμοιαζε να μην είχε κάτι το προσποιητό. Αργότερα, «συνάντησα» τον άγνωστο αυτόν κύριο στην δεύτερη σελίδα της εφημερίδας "Θεσσαλονίκη" στην στήλη «Επί παντός του επιστητού». Σ' αυτήν τη στήλη αρθρογραφούσε για πολλά χρόνια ο Σκαμπαρδώνης και τώρα γινόταν κοινόχρηστη και βήμα έκφρασης ενός πυρήνα ανθρώπων που αποτελούσαν οι Θόδωρος Ιωαννίδης, Σάκης Τότλης, Πάνος Θεοδωρίδης,  Γιώργος Τούλας,  Θανάσης Γεωργιάδης και  Στέλιος Κούκος. Σε όλους αυτούς περιλαμβάνονταν και ένας ακόμη με το όνομα Αλμπέρτος Ναρ και ήταν ο άγνωστος κύριος της εκδήλωσης.

Ο Αλμπέρτος Ναρ γεννιέται τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’40 και πιο συγκεκριμένα το 1947. Όπως αναφέρει και ο ίδιος, «μεστώνει στην ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας» και διανύει την εφηβεία του μέσα στην «καταλυτική δεκαετία του ‘60». Ο Ναρ υπήρξε γόνος επιζώντων του ολοκαυτώματος ή αλλιώς «τέκνο του 115210 και της 40041». Οι γονείς του ήταν άνθρωποι που προέρχονταν από την λαϊκή τάξη. Διαβάζουμε στο διήγημα του Περικλή Σφυρίδη «Στην μνήμη του Αλμπέρτου Ναρ και του άλλου Αλμπέρτου» (οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, Ιανουάριος-Απρίλιος 2006) τα εξής: «Ο παππούς λοιπόν ήταν ψαράς, ο πατέρας μου μαραγκός και η μάνα καπνεργάτισσα. Αυτός ο τίτλος μου, αυτές οι περγαμηνές μου και δεν μπορώ να σταθώ πουθενά χωρίς να τις μνημονεύσω». Κοντά στην ταξική συνείδηση του Ναρ διακρίνουμε και μια συνείδηση της ματαιότητας του διαχωρισμού των ανθρώπων με βάση τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.

Όνειρο του μικρού Αλμπέρτου είναι να γίνει τραμβαγιέρης (οδηγός ή εισπράκτορας σε τραμ, Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη). Το τραμ ασκεί μια ακαταμάχητη γοητεία στην παιδική ψυχή του και σε ηλικία τεσσάρων περίπου χρόνων αποφασίζει να μιμηθεί έναν γείτονά του και να κάνει βόλτα με το τραμ. Ξεφεύγει απ' την προσοχή των γονιών του και πριν περάσει τις γραμμές του τραμ τον αντιλαμβάνεται μια γυναίκα που τον αναγνωρίζει και τον πηγαίνει πίσω στους γονείς του. Οι γονείς του για παραδειγματισμό και συμμόρφωση τον ξυλοφορτώνουν. Αυτή, λέει ο ίδιος, είναι η πρώτη απόπειρα διαφυγής, η πρώτη ανεπιτυχής απόδραση. Το παιδικό ένστικτο, όμως, είναι ισχυρό και τον οδηγεί σε καινούριες περιπέτειες. Η αναζήτηση συμβόλων -ανάγκη ζωτικής σημασίας για ένα παιδί- και ο μιμητισμός το σπρώχνουν να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και να ζητήσει την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας. Οι έκπληκτοι αστυνομικοί κάνουν το χατίρι του μικρού Ναρ μόνο που χρειάζονται και φωτογραφία. Ο μικρούλης Ναρ παραδίδεται από τους αστυνομικούς στους γονείς του και ξυλοφορτώνεται πάλι για την καινούρια του απόδραση. Φαίνεται, όμως, πως αυτή η μέθοδος διαπαιδαγώγησης είναι αποτυχημένη. Ο Αλμπέρτος ξεφεύγει και τρίτη φορά για να αγοράσει καραμέλες. Στην διαδρομή πέφτει θύμα τροχαίου ατυχήματος. Ένα φορτηγό στην κατηφόρα τον παίρνει από κάτω. Ένα ευδιάκριτο σημάδι στον γοφό θα τον συντροφεύει για πάντα και θα του θυμίζει την τρίτη απόδραση που κατά τύχη δεν αποδείχτηκε μοιραία. Ο ίδιος λέει: «Δύο φορές με κάνανε μαύρο και την τρίτη παραλίγο να μείνω σακάτης».

Ο Αλμπέρτος Ναρ αγαπάει το διάβασμα. Διαβάζει πολλά εξωσχολικά βιβλία αλλά και νοσταλγεί τα παλιά αναγνωστικά του σχολείου που «αναβιώνουν την δομή της ελληνικής κοινωνίας». Ακούει ραδιόφωνο και δισκάκια. Βλέπει πολλές ταινίες. Τα χρόνια της δικής του αναζήτησης μεσουρανούν ο Μάρλον Μπράντο, ο Τζέιμς Ντην και οι έφηβοι «λικνίζονται με τον Έλβις». Το 1999 ο Ναρ υποδέχεται με μεγάλο ενθουσιασμό την είδηση πως θα κυκλοφορήσουν τα απομνημονεύματα των Μπητλς. Είναι λάτρης φανατικός του ιταλικού τραηουδιού, των «αμάραντων ρεμπέτικων» και νοσταλγεί τις παραλίες και τα μπιτς πάρτι με τους ροκ ήχους. .Χαρακτηρίζει τον Άκη Πάνου «κατεξοχήν πνευματικό δημιουργό που διακρίνεται για τα σημαντικά αποθέματα λεβεντιάς και ντομπροσύνης» και λυπάται πολύ που το δικαστήριο δεν είχε αναγνωρίσει την πολιτιστική του προσφορά όταν τον δίκαζε. Το συνολικό έργο του Χατζιδάκι το αποκαλεί «εθνικό θησαυρό» και διαφωνεί με όλους αυτούς που ισχυρίζονται ότι τα τραγούδια που έγραψε ο συνθέτης για τον κινηματογράφο είναι υποδεέστερα. Το Παλιό Γυναικόκαστρο- βρίσκεται 15 χλμ. ΝΔ από το Κιλκίς, 45 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη και 19 χλμ. από το Πολύκαστρο και ανήκει στο Δήμο του Κιλκίς- το αποκαλεί «το χωριό μου». Την περίοδο των ναζιστικών θηριωδιών οι πόντιοι κάτοικοί του φυγάδευσαν κάποιους από τους καταδιωκόμενους Ισραηλινούς συμπατριώτες του. Για αυτό και κάθε χρονιά  ήταν πιστός στο ραντεβού και συμμετείχε με θέρμη στις πολιτιστικές εκδηλώσεις "Γυναικοκάστρια". Ο ίδιος εξέφραζε την επιθυμία του να παίζει λύρα και να ερμηνεύει ποντιακά τραγούδια.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα