Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2011

ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ(1)


Το σαββατόβραδο παρακολούθησα την ταινία «ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ». Νομίζω πως η ταινία προβαλλόταν μόνο στον συγκεκριμένο κινηματογράφο που επισκέφτηκα και γι' αυτό η εικόνα με τους 16 θεατές μόνο αποκαρδιωτική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μετά το πέρας της προβολής έφυγα συγκινημένος. Η ταινία είχε εκπληρώσει την αποστολή της!

Θα μπορούσαν να είναι οι 6 ημέρες της δημιουργίας. Ένας πατέρας με παροπλισμένο το δεξί του χέρι ζει, μαζί με την κόρη του, σαν ερημίτης σε ένα πετρόχτιστο σπίτι. Απέξω από το σπίτι ο αέρας φυσάει δαιμονισμένα. Τα φύλλα των δέντρων στροβιλίζονται και η σκόνη θολώνει την ατμόσφαιρα. Το παράθυρο του σπιτιού είναι η επαφή με τον έξω κόσμο. Το άλογο στον στάβλο είναι το πολύτιμο μέσο μεταφοράς και επικοινωνίας των δύο ανθρώπων με τον «πολιτισμό».

Όλα γίνονται μέσα στο σπίτι και ξαναγίνονται. Οι κινήσεις του πατέρα και της κόρης του είναι τυποποιημένες και επαναλαμβανόμενες. Μέσα από την αφόρητη επανάληψη η αίσθηση της ζωής μοιάζει να συρρικνώνεται. Σαν όλες οι μέρες να είναι φαινομενικά ίδιες. Είναι όμως;

Την πρώτη μέρα ο πατέρας έχει επιστρέψει με την άμαξά του από ένα δύσκολο ταξίδι. Το άλογο δείχνει κουρασμένο και εξαντλημένο. Ο πατέρας το  ξεπεζεύει και μαζί με την κόρη του το βάζει μέσα στον στάβλο. Το κάρο το βάζουν στην αποθήκη. Η κόρη είναι χειροδύναμη και βοηθάει τον πατέρα της που χρησιμοποιεί μόνο το αριστερό του χέρι. Έχουν πρόσωπα σκληρά και τυραννισμένα.

Στο σπίτι δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να κάνουν. Η κόρη βοηθάει τον πατέρα της να ξεντυθεί και βράζει δύο πατάτες. Το φαγητό είναι έτοιμο. Ο πατέρας με την κόρη κάθονται αντικριστά στο τραπέζι. Μία πατάτα στο ένα πιάτο και μία στο άλλο. Ο πατέρας ξεφλουδίζει με νευρικότητα την ζεματισμένη φλούδα της πατάτας. Την συνθλίβει με την παλάμη του αριστερού του χεριού και την αλατίζει. Τρώει στα γρήγορα και σηκώνεται από το τραπέζι. Κατευθύνεται στο παράθυρο. Κάθεται ακίνητος και παρατηρεί τον αέρα που λυσσομανά.

Οι κουβέντες που ακούγονται μέσα στο σπίτι είναι ελάχιστες. Ο πατέρας είναι λαίμαργος και η κόρη έχει πιο εκλεπτυσμένο τρόπο. Τρώει αργά. Όταν τελειώνει, σηκώνεται και πετάει τα αποφάγια. Στην συνέχεια πλένει τα πιάτα. Είναι απολύτως πειθαρχημένη και ταγμένη στην υπηρεσία του πατέρα της. Τοποθετεί καυσόξυλα στην ξυλόσομπα και χαμηλώνει τον φωτισμό από τις λάμπες. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού είναι κλειστοφοβική. Το σαράκι- σκουλήκι που ροκανίζει το ξύλο- δεν ακούγεται μέσα στο σπίτι. Η κόρη αναρωτιέται τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Αναζητά οιωνούς για να προβλέψει το μέλλον. Μανταλώνει την πόρτα και ξαπλώνει στο κρεβάτι. Το βλέμμα της είναι στραμμένο στο ταβάνι ενώ του πατέρα της είναι προς το παράθυρο.

Η δεύτερη μέρα ξεκινά ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Η κόρη φοράει το σάλι της και με δύο κουβάδες πηγαίνει να πάρει νερό από το πηγάδι. Ο καιρός είναι αλλόκοτος. Ο δαιμονισμένος αέρας συνεχίζει με την ίδια αμείωτη ένταση  και είναι η πρώτη εντυπωσιακή εικόνα έξω από το σπίτι, που λες και είναι φτιαγμένο με μονωτικό υλικό και εμποδίζει την πρόσληψη των μηνυμάτων του έξω κόσμου! Η κόρη επιστρέφει με δύο κουβάδες γεμάτους με νερό.

Ο πατέρας ξυπνάει και φοράει με την βοήθεια της κόρης του το παντελόνι, το πουκάμισο και τις τιράντες. Καθημερινά πίνει δύο ποτηράκια από ποτό. Όλες οι κινήσεις μοιάζουν τελετουργικές. Πηγαίνει μαζί με την κόρη του για να τακτοποιήσουν το κάρο με το άλογο. Μόνο που το άλογο δεν είναι διαθέσιμο. Παραμένει ακίνητο και απρόθυμο για ένα καινούριο μαρτυρικό ταξίδι. Ο πατέρας το χτυπάει βάναυσα για να προχωρήσει και η κόρη τον παρακινεί να σταματήσει. Το άλογο δείχνει να έχει κάτι και το αφήνουν στην ησυχία του. Του βάζουν σανό για να έχει να τρώει και επιστρέφουν στο σπίτι. Εκεί ο πατέρας κόβει ξύλα με ένα τσεκούρι και η κόρη πλένει τα ασπρόρουχα στην λεκάνη με το ζεστό νερό. Τα απλώνει μέσα στο σπίτι για να στεγνώσουν και βράζει πάλι δύο πατάτες. Αυτό που έχει συμβεί την πρώτη μέρα συμβαίνει και την δεύτερη.

Μέσα στο σπίτι βασιλεύει άκρα του τάφου σιωπή μέχρι που η πόρτα χτυπάει. Ο επισκέπτης αναζητά να αγοράσει ένα μπουκάλι με ποτό. Όσα δεν έχουν ειπωθεί στην διάρκεια της ταινίας λέγονται τώρα. Ο επισκέπτης είναι φορέας βαθυστόχαστων νοημάτων που πέφτουν με καταιγιστικούς ρυθμούς. Εκφράζει την απαισιοδοξία του και την έλλειψη εμπιστοσύνης που έχει προς το γένος των ανθρώπων. Ό,τι αγγίζουν οι άνθρωποι το αποκτούν και το εξευτελίζουν. Η πεποίθησή του για αυτό  είναι ακλόνητη. Ο ουρανός, οι στιγμές, η φύση, τα όνειρα είναι πάντα με το μέρος των άπληστων. Ο πατέρας τον ακούει με προσοχή και χαρακτηρίζει τις σκέψεις του ως «ανοησίες». Του δίνει το μπουκάλι με το ποτό και ο επισκέπτης αφήνει τα χρήματα και φεύγει χωρίς να απαντήσει στον υποτιμητικό χαρακτηρισμό.

Την τρίτη μέρα η κόρη ξυπνάει.Το πρώτο μέλημά της είναι να φέρει νερό από το πηγάδι. Ξυπνάει και ο πατέρας της που δέχεται τις φροντίδες της και πίνει τα δύο ποτηράκια. Μετά, πηγαίνει στο άλογο. Σήμερα, όμως, το άλογο αρνείται το φαγητό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ματαιώνεται για δεύτερη φορά το ταξίδι. Κόρη και πατέρας επιστρέφουν απογοητευμένοι στο σπίτι. Προβληματίζονται για την υγεία του αλόγου.
 
Από το βάθος του ορίζοντα ξεπροβάλλει μια άμαξα. Ο πατέρας μαντεύει πως είναι τσιγγάνοι και ζητάει από την κόρη να βγει και να τους πει πως είναι ανεπιθύμητοι. Οι τσιγγάνοι φτάνουν και κατεβαίνουν από την άμαξα. Διψάνε και θέλουν να πιουν νερό από το πηγάδι. Η κόρη προσπαθεί να τους αποτρέψει αλλά αυτοί την προπηλακίζουν. Ο πατέρας της βγαίνει έξω και τους απειλεί με τσεκούρι. Οι τσιγγάνοι αποχωρούν κραδαίνοντας πως «το νερό και η γη είναι δική μας». Η κόρη έχει αναστατωθεί. Στο σπίτι διαβάζει, συλλαβίζοντας λέξεις από βιβλίο θρησκευτικού περιεχομένου. Αν και με μικρές γνώσεις, εμπεδώνει την αντίληψη πως για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης απαιτείται η αποδοχή των άδικων πράξεων και η ακολουθούμενη μετάνοια.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα