Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

H ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΦΗΓΗΣΗ

Σε περιόδους κρίσης και υπαρκτής απειλής για την σωματική ακεραιότητα και ζωή των ανθρώπων ενεργοποιείται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, πράγμα λογικό και αναμενόμενο. Οι άνθρωποι που βλέπουν να απειλείται η ζωή τους εφορμούν προς τον ορατό ή αόρατο εχθρό έχοντας σαν πρώτιστο μέλημά τους να διασώσουν τους εαυτούς τους -υπάρχουν και οι περιπτώσεις της αυτοθυσίας που ως εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αν δεν υπάρχει κάποιος να καθοδηγήσει την μάζα τότε ο πανικός διαποτίζει τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων που νιώθουν εγκαταλειμμένοι και προδομένοι από όλους αυτούς που έχουν αναλάβει θεσμικά τον ρόλο της προστασίας τους. Φυσικά, δεν μιλάω γενικά αλλά πολύ συγκεκριμένα. Διαβάζω στην σημερινή «Αυγή» τις αναμνήσεις που ξετυλίγει με λογοτεχνικό τρόπο ο συγγραφέας και ποιητής, Πρόδρομος Μάρκογλου, από την Καβάλα του 1941-περιλαμβάνονται στην ανέκδοτη συλλογή κειμένων «Ακτή Νεαπόλεως»- και κάνω κάποιες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. Πρώτα από όλα, οι επίσημες αρχές της πόλης μαζί με τους εύπορους και τους αριστοκράτες προνοούν για κάποια καΐκια που τα χρησιμοποιούν ως μέσα διαφυγής. Τα γερμανικά αεροπλάνα κάνουν συνεχείς πτήσεις πάνω από την πόλη χωρίς ωστόσο να την βομβαρδίζουν. Ο Μάρκογλου γράφει: «Στη διάρκεια του συναγερμού, και καθώς ο κόσμος ήταν στα καταφύγια, οι αρχές μαζί με κάποιους μεγαλόσχημους, μαζεύτηκαν στο λιμάνι, μακριά από περίεργα βλέμματα. Από εκεί με μεγάλα καΐκια επιβιβάστηκαν στο ατμόπλοιο Κορινθία, που ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά του λιμανιού» Η εγκατάλειψη του απλού κόσμου σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές και ο φιλοτομαρισμός ισοδυναμούν με μια μεγάλη προδοσία. 

Μια δεύτερη επισήμανση από τα γραπτά του Μάρκογλου είναι ότι ο κόσμος μετατρέπεται σε όχλο που σπάει τις καπναποθήκες στις οποίες φυλασσόταν ένα σημαντικό απόθεμα τροφών και επιδίδεται σε ένα μεγάλο πλιάτσικο. Όλα αφήνονται στο έλεος των ενστίκτων. Οι επίσημες αρχές που έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν και να εγγυώνται, ήδη έχουν εγκαταλείψει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από την άλλη, οι εναπομείναντες άνδρες της χωροφυλακής έχουν την εντολή να παραδοθούν στους κατακτητές .Ο Μάρκογλου συνεχίζει: «Οι άνθρωποι όρμησαν, σπάσαν τις πόρτες και άρπαξαν ό,τι βρήκαν αλαφιασμένοι. Τρέχανε, μπαίνανε και βγαίνανε φορτωμένοι, και καθώς συνωθούνταν τα λάφυρα της διαρπαγής, πέφτανε και γεμίζανε τους δρόμους. Τραγικές και κωμικές σκηνές. Παντού ήταν διασκορπισμένα τρύπια δοχεία από λάδι, τσουβάλια και χαρτοκιβώτια σκισμένα. Σκορπισμένα μακαρόνια, ρύζι, ζάχαρη, σαπούνια, γαλέτες, αλεύρι στους δρόμους. Έτσι μέσα σ’ όλον αυτόν τον ορυμαγδό, έλαχε και σε μένα ένα πακέτο μπισκότα.

Όλα αυτά ήταν μια μικρή ασήμαντη βοήθεια για τις μέρες της μεγάλης τρομερής πείνας της Κατοχής που θέρισε χιλιάδες ζωές»

Τότε ήταν ο πόλεμος, η πείνα και η κατοχή. Σήμερα είναι ο πόλεμος των τραπεζιτών, ο φασισμός των αριθμών και των οικονομικών μεγεθών, η κρίση του πολιτικού συστήματος που αντάμα με μια πελώρια έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς προλειαίνουν την είσοδο των ξένων δυνάμεων στην χώρα μας. Τώρα, οι ξένοι κάνουν την επανεμφάνισή τους ως εγγυήτριες δυνάμεις και να, εν συντομία, κάποια από τα στοιχεία της σύγχρονης «εθνικής μας αφήγησης» για την οποία κόπτονται αρκετοί από την εγχώρια πολιτική σκηνή.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα