Σάββατο, Απριλίου 30, 2011

ΗΜΟΥΝ ΝΙΟΣ ΚΑΙ ΓΕΡΑΣΑ


Την Άνοιξη του 2001 μένω στο νησί της Ίου. Για τους ντόπιους το νησί ονομάζεται Νιός, γιατί τα γηρατειά πολλοί εμίσησαν αλλά τα νιάτα ουδείς! Βρίσκομαι σε αίθουσα του δημοτικού σχολείου και παρακολουθώ μια προγραμματισμένη συζήτηση ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού και την παιδίατρο που τους επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Έχω ξαναπεί πως οι νησιώτες είναι αξιοθαύμαστοι γιατί μεγαλώνουν τις οικογένειές τους μέσα στην ανασφάλεια και με ένα μόνιμο άγχος για την υγεία των παιδιών τους. Οι κάτοικοι του νησιού -για την ακρίβεια οι μητέρες- διαμαρτύρονται γιατί οι γιατροί αποφεύγουν να έρχονται στα νησιά και προτιμούν τα μεγάλα αστικά κέντρα, εκεί που η πελατεία είναι μπόλικη και τα κέρδη εξασφαλισμένα. Η παιδίατρος, μια φιλότιμη κυρία, ακούει προσεκτικά τα παράπονά τους και αναγκάζεται με την σειρά της να εξομολογηθεί και το δικό της παράπονο. Το προηγούμενο καλοκαίρι,λέει, είχε έρθει στο νησί για να κάνει προληπτικές εξετάσεις στα παιδιά αλλά κανείς από τους κατοίκους δεν προσφέρθηκε να της εξασφαλίσει την διαμονή της. Η παιδίατρος, βέβαια, έκανε το λάθος να έρθει στο νησί σε περίοδο τουριστικής αιχμής που οι πάντες τρέχουν πανικόβλητοι πίσω από τους τουρίστες για να νοικιάσουν δωμάτια και να κερδίσουν χρήματα. Το παράπονό της, θυμάμαι, δυσαρέστησε μερικές από τις γυναίκες αλλά ήταν η αλήθεια. Μια αλήθεια που μας λέει πως όλοι και όλα διέπονται από την λογική του κέρδους και των χρημάτων. Έτσι, Οι γιατροί διατηρούν την εργασία τους στις μεγάλες πόλεις και αβγατίζουν τις περιουσίες τους αδιαφορώντας για την ελλιπή ιατρική φροντίδα που παρέχεται στους νησιώτες. Επίσης, οι νησιώτες φαίνεται να ξεχνούν τα πάντα το καλοκαίρι. Είναι η εποχή κατά την οποία προσηλώνονται αυστηρά στο στόχο τους που δεν είναι άλλος από μια καλή τουριστική σεζόν που θα τους αποφέρει τα περισσότερα κέρδη.

Θρησκεία το χρήμα. Και όπως ισχύει σε κάθε θρησκεία, υπάρχουν και οι αιρετικοί. Εξαρτάται από εμάς τι διαλέγουμε και πού αφιερώνουμε τις σπονδές μας…

Πέμπτη, Απριλίου 28, 2011

ΤΟ ΑΝΕΣΠΕΡΟ ΦΩΣ


Αγαπητή μας κυρία, ο Χρήστος Μαλεβίτσης έλεγε κάποτε πως ο άνθρωπος  είναι ένα αναμμένο κερί που λιώνει σιγά σιγά μέχρι να σβήσει.Για την ακρίβεια έλεγε τα εξής:"Τίποτε δεν σου ανήκει. Σου εδόθη όμως ένα κερί, η ψυχή σου. Από τότε που κατάλαβες, άναψες το κερί και είπες• θα το κρατώ αναμμένο μέσα σε τούτη την κοσμική ξαγρύπνια, ίσαμε να λιώσει. Αυτή, είπες, είναι η εφημερία σου».  Όταν οι άνθρωποι ανάβουν ένα κερί στην εκκλησία το κάνουν  για τους τεθνεώτες συγγενείς τους  και την ζώσα ψυχή  τους. Το άναμμα ενός κεριού είναι μια συμβολική πράξη και ο καθένας μας  έχει την ελευθερία  να καθορίσει  ο ίδιος το περιεχόμενο μιας τέτοιας χειρονομίας.

Αγαπητή μας νεωκόρισσα, τα κεριά κοστίζουν και η εκκλησία λαμβάνει το αντίτιμό τους. Τα κεριά, το ξέρετε κι εσείς, αγοράζονται για να καίγονται και να φεγγοβολούν όσο γίνεται περισσότερο.

Αγαπητή μας νεωκόρισσα, κατοπτεύεις υπέροχα τον χώρο και  σβήνεις τα κεριά από τα μανουάλια προτού καν τ' ανάψουν οι πιστοί. Γιατί τέτοια βιασύνη; Εχεις λάβει εντολές για κάτι τέτοιο; Μήπως όσο πιο βαρύ είναι το κερί στην ανακύκλωση τόσο και πιο προσοδοφόρο είναι;

Αγαπητή μας νεωκόρισσα, "τα σάβανα δεν έχουν τσέπες"! Άξιος ο παράδεισός σου... 

ΡΑΝΤΕΒΟΥ


Η ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου υποδύεται την Κάρμεν στο θέατρο Κάππα στην Κυψέλη. Η Κάρμεν ενσαρκώνει την ανεξαρτησία και την σεξουαλική ελευθερία. Φαίνεται να ορίζει την μοίρα της και πεθαίνει στην αγκαλιά του εραστή της. Η ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου πεθαίνει στην σκηνή αλλά είναι γοητευτικό να ξαναζωντανεύει και « να υποκλίνεται στο κοινό». Σαν τα μικρά παιδιά που παίζουν τον θάνατο και σηκώνονται για να συνεχίσουν το παιχνίδι τους, η ηθοποιός παίζει πολλές φορές το βίωμα του θανάτου. Ίσως αναζητά μέσω της παραστατικής τέχνης την λύτρωση σε ένα δυσβάσταχτο προσωπικό πένθος. Μέσα σε ένα χρόνο -εξομολόγηση στον Σταύρο Θεοδωράκη, εκπομπή "Πρωταγωνιστές",17/4/2011- χάνει τον πατέρα της και την μητέρα της. Οι λέξεις «πατέρας» και «μητέρα» εξαλείφονται οριστικώς από το λεξιλόγιό της. Απ’ αυτές τις συγκλονιστικές εμπειρίες μαθαίνει «να μην είναι αχάριστη». Η αίσθηση της αδυναμίας να επεμβαίνουμε και να αλλάζουμε ριζικά την μοίρα ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου έχει μια απίστευτη σκληρότητα που διαλύει τα σπλάχνα μας. Η μικρή Μαρία Ναυπλιώτου φοβάται τον θάνατο αλλά δίπλα της καιροφυλακτεί η μητέρα της που την ξυπνάει και την παρηγορεί. Η έφηβη Μαρία Ναυπλιώτου αισθάνεται παντοδύναμη και ξεπερνά τον φόβο του θανάτου επειδή ανακαλύπτει την λυτρωτική λειτουργία της Τέχνης. Η ηθοποιός δεν πιστεύει ότι οι νεκροί γονείς της ζουν κάπου. Το αίσθημα της απουσίας τους είναι έντονο και εκφράζει την επιθυμία να τους συναντήσει κάποτε. Ο εξαιρετικός αθλητικογράφος Ηλίας Μπαζίνας δεν πιστεύει πως θα συναντήσει την εκλιπούσα μητέρα του αλλά «δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να αποκλείσει αυτήν την πιθανότητα». Ο Διονύσης Σαββόπουλος όταν ερωτάται να πει λίγα λόγια στην κηδεία του Νίκου Παπάζογλου σχολιάζει με νόημα:"όλοι θα ανταμώσουμε"! Η γιαγιά της μητέρας μου σε προχωρημένη ηλικία προσεύχεται στο εικονοστάσι παρακαλώντας "τρεις μέρες στο κρεβάτι και την τέταρτη στον τάφο". Πράγματι, αποφεύγει την ταλαιπωρία και τον διασυρμό του νοσοκομείου και αναχωρεί ήρεμη για τον τόπο συνάντησης με τον πολυαγαπημένο σύντροφό της.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν αλλά εξακολουθούν να ζουν στις αναμνήσεις μας. Οι παραμένοντες στην ζωή αρνούνται να συμβιβαστούν στην ιδέα ότι δεν θα ξανασυναντήσουν τους αγαπημένους τους νεκρούς. Κάποιοι βιάζονται να περάσουν στο επέκεινα για να βρουν τα προσφιλή τους πρόσωπα. Η γυναίκα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, προαισθανόμενη το τέλος του αγαπημένου συζύγου της, αποχωρεί από τα εγκόσμια μια εβδομάδα πριν από τον θάνατο του συγγραφέα. Ο Μανόλης Ρασούλης που επιθυμούσε να πεθάνει μια ηλιόλουστη μέρα και να «απορροφηθεί από την αστρική ύλη», έχει την πεποίθηση πως «αποκλείεται να ψοφάμε σαν τα κουνούπια»(από συνέντευξη της κόρης του Ναταλίας στην εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη).

Η σιγουριά των ραντεβού και της μεταθανάτιας ζωής είναι κάτι σαν την σιγουριά στην ύπαρξη του θεού. Αν μας τα αρνηθούν θα χρειαστεί να το αποδείξουν. Για την αποδοχή τους δεν απαιτούνται ατράνταχτες αποδείξεις αφού όλα είναι θέμα πίστης- κάπως έτσι απαντούσε κι ο Σταύρος Κουγιουμτζής για το θέμα της ύπαρξης του θεού…


Υ.Γ Παρακολούθησα στο antifono.gr την διάλεξη του Φιλόθεου Φάρου για το πένθος. Δυο-τρία σχόλια και θα επανέλθω αφού διαβάσω το βιβλίο του για το πένθος: Ο Φιλόθεος Φάρος αγαπά την επικοινωνία και απεχθάνεται τον μονόλογο(αυτό δεν φάνηκε στην διάλεξη. Νομίζω πως είναι προκατειλημμένος με το κοινό. Ο ίδιος κάπου λέει πως αυτοί που κάνουν ερωτήσεις αναζητούν να είναι το επίκεντρο της προσοχής των άλλων). Μιλάει με παραδείγματα και καλά κάνει. Επίσης, λέει πως αυτό που λέμε ή ακούμε δεν είναι αυτό που λέμε ή ακούμε. Δηλαδή,υπάρχουν κρυμμένα νοήματα και αυτό που ενδιαφέρει τόσο δεν είναι τι λέμε αλλά γιατί το λέμε -το κίνητρο και η πρόθεση μετράνε. Συνεχίζοντας, λέει πως οι λέξεις είναι ανήμπορες να διατυπώσουν την αλήθεια. Η αλήθεια είναι κάτι που δεν ξεχνιέται και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από γραπτό κείμενο που να την τεκμηριώνει. Το πένθος ως θέμα συζήτησης προκαλεί άγχος θανάτου και μας τρομάζει.
Αυτά προς το παρόν! 



Τρίτη, Απριλίου 26, 2011

KAΛΟ ΤΑΞΙΔΙ, ΠΑΤΕΡΑ


Ο Δόκτορ Πιπ και ο δόκτορ Παπ και ο Δόκτορ Δεν-πά-να, που τυχαία περνάει και είπε να ρίξει μια ματιά να σπάσει κι αυτός πλάκα. Εγώ, λιώνοντας σε ένα καυτό τούνελ, φόβου, η ταπείνωσή μου απόλυτη, καθώς τρέμω χωρίς λόγο και σκοντάφτω στις λέξεις και δεν έχω να πω τίποτα για την «αρρώστια» μου η οποία έτσι και αλλιώς περιορίζεται απλώς στο ότι ξέρω, ότι τίποτα δεν έχει νόημα γιατί εγώ θα πεθάνω. Και με κολλάει στον τοίχο αυτή η απαλή ψυχιατρική φωνή της λογικής που μου λέει πως υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα, όπου το σώμα και το πνεύμα μου είναι ένα. Ο δόκτορ Πιπ τα καταγράφει και ο δόκτορ Παπ κάνει πως βγάζει ένα μουρμουρητό συμπόνοιας(…)Αινιγματικοί γιατροί, λογικοί γιατροί, ψώνια γιατροί, γιατροί που θα ΄λεγες είναι μαλακισμένοι ασθενείς αν δεν είχες αποδείξεις για το αντίθετο, κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις, μου βάζουν λέξεις στο στόμα, συστήνουν χημικά σκευάσματα για το συγγενές μου άγχος και τα φασκελοκουκουλώνουν μεταξύ τους(…)


Σάρα Κέιν-4.48 Ψύχωση, μετάφραση Ρούλα Πατεράκη-Αντώνης Γαλέος



Όλη η κακία του κόσμου είναι μαζεμένη στα νοσοκομεία. Δεν είναι μόνο οι γιατροί και οι νοσηλευτές που έχουν το ιδιόμορφο χιούμορ- για αυτό σας έχω μιλήσει σε προηγούμενο κείμενο- αλλά και οι ασθενείς μαζί με τους συνοδούς τους. Θα ήταν εύκολο να δικαιολογήσουμε αυτό το χιούμορ αναλύοντάς τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες νοσηλεύονται οι ασθενείς και οι κοντά σ' αυτούς συνοδοί τους. Ωστόσο, είμαι πεπεισμένος πως όλοι αυτοί που έχουν την ανάγκη νοσοκομειακής περίθαλψης -μαζί με τους συνοδούς ή τους επισκέπτες που έρχονται να τους δουν-σίγουρα έχουν μεγάλο άγχος για την έκβαση των υποθέσεων τους αλλά αυτό δεν αποτελεί άλλοθι για τις δικές τους άσχημες συμπεριφορές. Θυμάμαι έναν κακομοίρη-πραγματικά κακομοίρη- που μπαινόβγαινε άρρωστος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και όταν είδε τον πατέρα μου να τον πηγαίνουν για αξονική τομογραφία θώρακα, αυτός απευθύνθηκε στο πουθενά λέγοντας, «αυτός την άρπαξε;!»- η διατύπωσή του ήταν κάτι ανάμεσα σε ερώτηση και απάντηση ενός χαιρέκακου. Θα σας εξομολογηθώ πως εκείνη τη στιγμή πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου να του δώσω μια γροθιά. Την γροθιά θα του την έδινα από τα πλάγια και ήταν σχεδόν σίγουρο πως θα έχανε την ισορροπία του και θα κουτρουβαλούσε στα σκαλοπάτια. Μόνο ένας θεός ξέρει πόση δύναμη χρειάστηκα για να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να μην του την αστράψω! Ήμουν, θυμάμαι, τόσο πολύ εξοργισμένος με αυτόν τον ηλίθιο που αν λειτουργούσα παρορμητικά θα μάθαινε για τα καλά την απάντηση στην χυδαία ερώτησή του!

Σιχαίνομαι τους ψευτόμαγκες και τους τραμπούκους.Πιστεύω ότι οι άνθρωποι μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά, αλλά η κακία εντός των νοσοκομείων είναι εκτός ελέγχου και οι σκατόψυχοι κάνουν κάθε προσπάθεια για να υπομονεύουν την δημιουργία θετικών διαπροσωπικών σχέσεων. Λες και κάποιοι εύχονται και ψάχνουν εναγωνίως τα χειρότερα στους άλλους, ώστε να μπορούν να νιώθουν ανακουφισμένοι και πιο ήσυχοι.

Από την τρίμηνη εμπερία μου στα νοσοκομεία είδα ασθενείς να χαλάνε τον κόσμο επειδή η εισαγωγή κάποιου άλλου ασθενή έτυχε να συμπίπτει χρονικά με τον υπνάκο τους -μια κατά παραγγελία εισαγωγή σε μια αυστηρώς καθορισμένη ώρα θα «ήτο μία λύσις». Είδα συνοδούς να δυσανασχετούν σε μια εισαγωγή  επειδή έχαναν το κρεβάτι στο οποίο έβρισκαν την ευκαιρία να κοιμηθούν και άλλους να κάνουν κατάληψη στα ντουλαπάκια και στα συρτάρια, αγνοώντας πως αυτά δεν προορίζονται μόνο για αυτούς. Ασθενείς να κάνουν την ανάγκη τους στα κρεβάτια και ασθενείς να σκυλοβρίζουν και να παραπονιούνται στις νοσηλεύτριες επειδή στο διπλανό τους κρεβάτι ο ασθενής πονάει και δεν τους αφήνει να ηρεμήσουν.Σίγουρα η αρρώστια φέρνει τους ανθρώπους στα όρια τους και οι λογομαχίες των ασθενών -συνοδών με γιατρούς και νοσηλευτές είναι αρκετά συχνές. Τα αναμμένα ή σβηστά φώτα, τα ανοιχτά ή κλειστά παράθυρα, η ανοιχτή ή κλειστή τηλεόραση, τα ακάθαρτα σεντόνια που πρέπει να αντικαθίστανται συχνά, ο σεβασμός των ανθρώπων που επισκέπτονται τον θάλαμο, η τήρηση των ωραρίων, η απαγόρευση του καπνίσματος και η διαφύλαξη της ησυχίας για ανθρώπους που την έχουν ανάγκη, είναι κάποιες από τις αφορμές για να ξεδιπλωθούν τα μίση και τα πάθη των ανθρώπων.

"Ήταν στραβό το κλήμα" αλλά και ο γάιδαρος το ντερλίκωσε! Φαίνεται πως κάποιοι επισκέπτες στα νοσοκομεία (ασθενείς ή συνοδοί) νομίζουν πως πάνε να περάσουν τις μέρες τους σε κάποιο ξενοδοχείο. Δυστυχώς για αυτούς, τα νοσοκομεία δεν είναι ξενοδοχεία των 5 αστέρων με τις ανάλογες υπηρεσίες, ούτε οι θάλαμοι είναι τα τσιφλίκια τους...

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2011

ΠΑΡΒΑΣ ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ*



Μόνο στις φωτογραφίες παραμένουμε ζωντανοί. Μας αποθανατίζουν εν ζωή για να μας ζωντανεύουν μετά θάνατον. Στο μικρό παραδοσιακό καφενεδάκι της Αμοργού οι τοίχοι είναι γεμάτοι με φωτογραφίες του άλλοτε  νέου και ακμαίου Δημήτρη Γιαννακού- ιδιοκτήτη του καφενείου. Ο Δημήτρης Γιαννακός- αλλιώς Πάρβας- ζει στο καφενείο το τελευταίο διάστημα της ζωής του. Έχει καρκίνο στους πνεύμονες -αυτό συμπεραίνω-, είναι μεγάλος σε ηλικία και οι γιατροί αποφαίνονται πως καμιά παρέμβασή τους δεν είναι ικανή να τον βοηθήσει και να τον σώσει.

Στο μικρό παραδοσιακό καφενεδάκι της Αμοργού ο Χειμώνας είναι βαρύς. Το χιόνι στα κυκλαδονήσια είναι ασυνήθιστο και η ξυλόσομπα καίει συνεχώς. Η μυρωδιά του καφέ, ο ήχος από το κουταλάκι με το οποίο ανακατεύεται ο καφές μέσα στο μπρίκι, τα τσιγάρα που θολώνουν την ατμόσφαιρα του μικρού μαγαζιού, η συνάθροιση των πελατών, οι σιωπές, τα βλέμματα, οι προβληματισμοί για το κλάδεμα των αμπελιών, η ανοιχτή τηλεόραση με τα ειδησεογραφικά δελτία, όλα είναι στιγμές που συμπιέζονται σε ένα και μοναδικό παρόν για τον Πάρβα. Όλα είναι ίδια και επαναλαμβανόμενα. Σαν τους στίχους του Μανόλη Αναγνωστάκη:
Εφτά μέρες
Η μία πάνω απ’ την άλλη
Δεμένες
Ολόιδιες
Σα χάντρες κατάμαυρες
Κομπολογιών του Σεμιναρίου

Μία, τέσσερις, πενηνταδυό

Έξι μέρες όλες για μία
Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μια μέρα
Μόνο για μια μέρα
Μόνο για μιαν ώρα
Απόγευμα και ήλιος

Ο ήλιος δύει. Ο ήλιος ανατέλλει πιο νωρίς και ζεσταίνει. Ο Χειμώνας αναχωρητής, και στην θέση του η Άνοιξη. Η διαδοχή των μηνών και η περιοδική αίσθηση του χρόνου. Τώρα ο καιρός καλοσυνεύει!

Ο βιότοπος του Πάρβα είναι το χώμα. Από χώμα είμαστε και στο χώμα καταλήγουμε. Ο ετοιμοθάνατος Πάρβας τσαπίζει, οργώνει τα περγαλίδια, ανοίγει αυλάκια, ξεριζώνει αγριόχορτα και φυτεύει πατάτες και κρεμμύδια. Η γη τον θρέφει. Θα ‘ρθει ο καιρός που θα θρέψει κι αυτός την γη, που θα την πλουτίσει με το λίπασμά του.

Ο Πάρβας δούλευε πολύ στο παρελθόν. Βαθμιαία τον βλέπουμε να χάνει τις δυνάμεις του. Η αυτοεκτίμησή του μειώνεται και αποκαλεί τον εαυτό του «τενεκέ ξεγάνωτο». Περπατάει με μπαστουνάκι, λαχανιάζει, κοντοστέκεται. Οι αναπνοές δεν του φτάνουν! Κοιμάται σταθερές ώρες. Η γυναίκα του Φλώρα, μητέρα τριών παιδιών, τον βλέπει να αργοσβήνει. Η αρτηριακή της πίεση είναι υψηλή. Αν είναι ο χάρος να την πάρει, ας κοπιάσει. Θα του παραδοθεί, γιατί η ζωή δεν έχει νόημα χωρίς τον σύντροφό της. Ο Πάρβας την μαλώνει: «Δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου».
Μία, τέσσερις, πενηνταδυό

Έξι μέρες όλες για μία
Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μια μέρα
Μόνο για μια μέρα
Μόνο για μιαν ώρα

Και έρχεται το Πάσχα. Παραδοσιακός ο εορτασμός του. Σφάγια, μαγειρίτσα, περιφορά του Επιταφίου, αναμμένα κεριά στον δρόμο. Ο Πάρβας τακτοποιεί τις κληρονομικές του εκκρεμότητες. Προαισθάνεται το τέλος του! Το σώμα του τον εγκαταλείπει. Τέρμα οι αγροτικές εργασίες και το καφενείο. Τα πνευμόνια του τον προδίδουν. Αδυνατεί να βήξει. Στο κρεβάτι τον επισκέπτεται ο φίλος του ο Γεράσιμος.Είναι ο τελευταίος επισκέπτης! Ανταλλάσσουν λιγοστές κουβέντες. Ο Πάρβας επιμένει στο κέρασμα. Μπισκότα και ρακί στην υγεία και στην ζωή του. Μια ζωή που χάνεται οριστικά στις 2 τα ξημερώματα της 29ης Ιουνίου του 2006.

Ο Πάρβας ενταφιάζεται και η γυναίκα του φεύγει για την Νάξο. Οι στιγμές του πένθους είναι σκληρές. Στην Νάξο θα φιλοξενηθεί για λίγο καιρό από την κόρη της Ρηνιώ. Επιστρέφει στην Αμοργό για το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο. Ξαναφεύγει οριστικά- οι αναμνήσεις είναι πολλές! Η Νάξος έχει νοσοκομείο και αυτή πρέπει να προσέχει τώρα την υγεία της. Η άλλη της κόρη, η Ντίνα, μένει για να συνεχίσει την λειτουργία του παραδοσιακού καφενείου. Στην Ντίνα «κληρώνει» για  να διατηρήσει τις αναμνήσεις των σαράντα χρόνων του μαγαζιού. Η ζωή συνεχίζεται!

Μία, τέσσερις, πενηνταδυό

Έξι μέρες όλες για μία
Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μια μέρα
Μόνο για μια μέρα
Μόνο για μιαν ώρα


*Στο ντοκιμαντέρ "Πάρβας 'Αγονη Γραμμή" η σκηνοθεσία και η διεύθυνση φωτογραφίας είναι του Γεράσιμου Ρήγα, το μοντάζ του Γιώργου Τριανταφύλλου, ο ήχος του Κώστα Βαρυμποπιώτη και η μουσική του Νίκου Κυπουργού.

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2011

ΚΑΜΙΛ ΚΛΟΝΤΕΛ ΑΠΌ ΤΗΝ ΛΥΔΙΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ


Η Λυδία Φωτοπούλου υποκλίνεται μετά το τέλος της παράστασης στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης- Σάββατο 16 Απριλίου 2011. Ο κόσμος την καταχειροκροτεί και δείχνει να επιβραβεύει όλους αυτούς που προάγουν την θεατρική παιδεία στην χώρα μας.



Ήθελε να γευτεί τον παράδεισο όπως όλες οι νεογέννητες και οι νεογέννητοι του κόσμου. Η γλύπτρια Καμίλ Κλοντέλ γεννιέται στις 8 Δεκεβρίου του 1863. Αποτελεί μέλος μιας πενταμελούς οικογένειας με μητέρα, πατέρα, αδελφή και έναν αδελφό «τον μετέπειτα περίφημο λογοτέχνη και διπλωμάτη» Πωλ Κλοντέλ. Η κύρια παιδεία της παρέχεται από τον παιδαγωγό Μ.Calin. Σε ηλικίες ανάμεσα στα 13 και 16, η Καμίλ δουλεύει έργα με πηλό κάτω από την καθοδήγηση του γλύπτη Alfred Boucher. Η οικογένεια μετακομίζει διαρκώς.

Το 1864 η Καμίλ γνωρίζει τον Rodin και μαθητεύει κοντά του. Συνάπτει δεσμό μαζί του και γίνεται η μούσα του και η πηγή των εμπνεύσεων του. Η Καμίλ γοητεύεται από τον δάσκαλό της και διαισθάνεται ότι αυτός είναι ο μοιραίος άντρας με τον οποίο θα γευτεί τον παράδεισο ή την…κόλαση! Η Καμίλ μοιράζεται μαζί του τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και νιώθει πως βρίσκει τον συνοδοιπόρο της. Γρήγορα, όμως, αντιλαμβάνεται πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αποτραβιέται από κοντά του και παρουσιάζει τάσεις απομόνωσης. Αυτό που την προσβάλλει πάρα πολύ είναι οι υπαινιγμοί των άλλων για ενεργό ανάμιξη του Rodin στο δημιουργικό της έργο. Ίσως, η κύρια αιτία της απομόνωσής της είναι η ανάγκη να ξεφύγει από την σκιά του δασκάλου της και να αποδείξει σε όλους ότι αξίζει. Ταξιδεύει στην Αγγλία και περνάει κάποιο διάστημα στα Πυρηναία. Αλληλογραφεί με τον Rodin. Μέσα από την επιστολογραφία αντλούμε στοιχεία για την ποιότητα της σχέσης τους. Η Καμίλ φαντασιώνεται πως κοιμάται ολόγυμνη με τον Rodin δίπλα της. Φοβάται πολύ τις απιστίες του και για αυτό τoν παρακαλεί να μην την απατά. Τον προτρέπει να μην διάγει έκλυτο βίο γιατί δεν τον αντέχει και αρρωσταίνει. Τον παρακινεί να αναβάλλει τις απολαύσεις και να εργάζεται. Μέσα από τις επιστολές μαθαίνουμε πως ο Rodin στέλνει κοινότυπες απαντήσεις και γι’ αυτό η Καμίλ του ανταπαντά με ολιγόλογα μηνύματα.

Στην γλύπτρια αρέσουν οι περίπατοι και η δουλειά. Μπορεί να μένει για πολλές ώρες και μέρες μέσα στο εργαστήριο και να δουλεύει. Εκθέτει έργα της στην Γαλλία και την Ρώμη και γίνεται μέλος κριτικών επιτροπών. Η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του συντρόφου της έχει ήδη κλονιστεί. Το έργο της «Η ώριμη ηλικία» είναι μια «αλληγορία του τέλους της σχέσης της με τον Rodin». Δουλεύει εξαντλητικά και την κατακλύζουν πολλές πρωτότυπες ιδέες αλλά και εμμονές. Κατηγορεί τον Rodin ως αντιγραφέα των ιδεών και της φαντασίας της. Ισχυρίζεται πως αυτός δίνει εντολή σε έναν φίλο του να της καταστρέψει μερικά από τα έργα της. Κατηγορεί μια καθαρίστρια πως της κλέβει τα σκίτσα και έναν γείτονα πως κλέβει τα μυστικά της πρωτότυπης δημιουργικής της εργασίας και τα κοινοποιεί στους άλλους. Η Καμίλ πικραίνεται στην σκέψη πως αντιγράφουν τις ιδέες της και πλουτίζουν χάρη σε αυτήν την αντιγραφή.

Το 1896 εμφανίζονται τα «πρώτα σημάδια σοβαρής ψυχασθένειας». Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Από την αλληλογραφία της, διαπιστώνουμε πως ο Rodin την ενισχύει οικονομικά αλλά όχι για πάντα. Οι οικονομικές δυσχέρειες την εμποδίζουν να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εργασία της. Ντρέπεται που πουλάει τα έργα της αλλά είναι μια καλλιτέχνιδα σε απόγνωση. Τα παραθυρόφυλλα της κατοικίας της μένουν σφαλιστά, ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει την ευαισθησία της και την κουτσομπολεύει. Το περιβάλλον είναι ανελεύθερο και καταπιεστικό. Η Καμίλ «συνθλίβεται ανάμεσα στον δυναμικό επιφανή δάσκαλο και αγαπημένο της Ροντέν και τον ανερχόμενο, φιλόδοξο συγγραφέα και πρέσβη αδελφό της, ανάμεσα στον πατέρα της, που την λάτρευε και την θεοσεβούμενη μητέρα της που ντρεπόταν για τη συμπεριφορά της»(Στέλιος Κρασανάκης). Για την Καμίλ η μητέρα της είναι «ένας μετριοπαθής άνθρωπος με αίσθηση του καθήκοντος». Κοντά σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε και μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη της Καμίλ που σίγουρα επιβαρύνει την ψυχολογία της και επισπεύδει την έλευση συμπτωμάτων μανίας καταδίωξης.

Εμφανίζεται κουρασμένη, αποκαρδιωμένη και έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις. Διαλύει κάποια από τα έργα της. Το 1913 πεθαίνει ο πατέρας της. Την ίδια χρονιά αποφασίζεται ο εγκλεισμός της σε ψυχιατρείο κοντά στο Παρίσι. Ένα χρόνο αργότερα, μεταφέρεται σε άλλο άσυλο ψυχασθενών στην νότια Γαλλία. Η οικογένειά της δηλώνει την παρουσία της μέσω των δώρων που της στέλνει. Ο μόνος άνθρωπος που την επισκέπτεται- ελάχιστες φορές είναι αλήθεια- είναι ο αδελφός της Πωλ Κλοντέλ. Το οικογενειακό της περιβάλλον αρνείται την πρόταση του γιατρού για «δοκιμαστική έξοδο και επανένταξη στην οικογένεια». Η Καμίλ επιθυμεί την μεταφορά της σε ψυχιατρείο κοντά στο Παρίσι, αλλά και πάλι δεν εισακούεται η επιθυμία της.

Μέσα από το άσυλο διαμαρτύρεται για την κακή ποιότητα της τροφής, για την ελλιπή θέρμανση και για τη στέρηση της ελευθερίας της. Κατηγορεί την αδελφή της πως «σφετερίστηκε την περιουσία της». Θρηνεί για τα αλόγιστα ποσά που δαπανά η οικογένεια και τα οποία θα μπορούσαν να δοθούν στην ίδια για να συνεχίσει το δημιουργικό της έργο. Σε ένα γράμμα υπογράφει «η εξόριστη αδελφή σου». Βιώνει στα 30 χρόνια εγκλεισμού μια φριχτή μοναξιά. Νιώθει να ακυρώνεται η έκφραση της και με αυτόν τον τρόπο να εκμηδενίζεται η καλλιτεχνική της αξία. Το 1929 πεθαίνει η μητέρα της. Το 1942 ο αδελφός της Κλοντέλ «ορίζεται ο γενικός διαχειριστής του έργου της». Ένα χρόνο μετά, η Καμίλ πεθαίνει και ενταφιάζεται στο νεκροταφείο των ασθενών του ασύλου.

Η Καμίλ Κλοντέλ θέλησε να ζήσει την δική της ζωή και όχι των άλλων. Για να πετύχει αυτό το αυτονόητο συγκρούστηκε με τις δυνάμεις της συντήρησης που φάνηκαν ετοιμοπόλεμες και κατάφεραν να την διασύρουν. Η κραυγή την Κλοντέλ «μας αφορά όλους, εκφράζει κάθε αποκλεισμένο και έρχεται να συναντήσει εκείνες του Έντβαρντ Μουνκ, του Φραντς Καρλ Μπύλερ και του Φράνσις Μπέικον»(Στέλιος Κρασανάκης).

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ, PΕDRO LUIS LADRON DE GUEVARA


O Pedro Luis Ladron de Guevara,  καθηγητής τμήματος ιταλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Μούρθια στην Ισπανία, μας λέει πως «μας κουράζει κάθε τι που δεν αλλάζει». Μέσω του φωτογραφικού του υλικού (Βαφοπούλειο, επιμέλεια Ζωζή Ζωγραφίδου) πασχίζει να μεταμορφώσει τον κόσμο σε κάτι που διαρκώς ανανεώνεται. Οι φωτογραφίες συνοδεύονται από καταγραφές και μικρές απόπειρες σύνθεσης ποιητικού λόγου. Το θέατρο στην Κατάνια, ένα ηλιοβασίλεμα στη Σελινούντα,ο σκύλος που ξεκουράζεται στην πολύφημη Πομπηία, το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς στους κάμπους της Τοσκάνης, τα ηλιοτρόπια που στρέφονται στον ζωοδότη ήλιο, οι φραγκοσυκιές που φυτρώνουν σε εγκατελειμένα μπαλκόνια, η πλατεία που έκαψαν τον Τζιορντάνο Μπρούνο και λειτουργεί ως λαϊκή αγορά, οι κωνικοί θόλοι στο Αλμπεράμπελο, οι κήποι της Καζέρτα, η νυχτερινή θάλασσα στο Πολινιάνο, όλα μα όλα διεκδικούν πολλαπλές χρήσεις και ερμηνείες και παλεύουν να προσαρμοστούν σε μια καινούρια πραγματικότητα. Μια τέτοια πραγματικότητα, αγαπητές και αγαπητοί, είναι παντού και πάντα η ίδια αλλά με παραλλαγές. Μπορεί να είναι η εικόνα μιας βάρκας έτοιμης να σαλπάρει αλλά «μας λείπει κάτι, κάποιος δεν έρχεται» -το ταξίδι, η φυγή, η αίσθηση της απουσίας. Μπορεί να είναι ο ήχος από «μια καμπάνα της φραγκισκανικής εκκλησούλας μέσα στην μελαγχολία της αυλής του μοναστηριού: και μοιάζει η μέρα να γίνεται σκιά, η μέρα που μοιάζει να κλαίει που πεθαίνει» -το πεπρωμένο μας είναι το πένθος και η μελαγχολία. Ίσως η πραματικότητα να είναι οι φωνές του κάτω κόσμου που φτάνουν μέχρι τα αυτιά μας: «Εγώ σας χαιρετώ όλους/ ελευθερωμένοι από την αμφιβολία/ στόματα πάλι μισάνοιχτα/ που για πολλά χρόνια γνωρίσατε την αίσθηση της ησυχίας».

Ο καθηγητής και φωτογράφος ακριβολογεί. Περιπλανώμενος στην όμορφη ιταλική τοπιογραφία μας κοινοποιεί και μας προειδοποιεί για την δική του πραγματικότητα:

Ψάχνεις την Ρώμη, προσκυνητή,
ούτε στην ίδια την Ρώμη δεν
βρίσκεις την Ρώμη
Ήδη πτώματα τα τείχη
για τα οποία περηφανεύεσαι
και τάφος του εαυτού του το Αβεντίνο
Μόνο ο Τίβερις μένει, που με
το τρεχούμενο νερό
πότιζε την πόλη του που είναι ήδη
τάφος, την δακρύζει με νεκρικό
πένθιμο θρήνο
Ω Ρώμη με την μεγαλοπρέπεια
και την ομορφιά σου
έφυγε αυτό που ήταν ακλόνητο
και μόνο
αυτό που πέρασε παραμένει
και διαρκεί.

Nasar Tur


Λέγεται Nasar Tur και γεννήθηκε το 1974. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο. Υιοθετώντας την αισθητική του γκράφιτι παίρνει σβάρνα τις πόλεις και αναζητά τα μηνύματα που εκπέμπουν η κάθε μία από αυτές. Το σχέδιο εργασίας του έχει τίτλο «Citιes say” και την τιμητική της έχει αυτόν τον καιρό η πόλη της Θεσσαλονίκης. Με σπρέι κόκκινης μπογιάς ο καλλιτέχνης γράφει στον τοίχο τα εξής μηνύματα: «Σήμερα έφαγα αυγά με πατάτες» και από κάτω, «το χάος είναι ο φίλος σου». Πάνω σε αυτά τα κοινότυπα μηνύματα κάνει πολλαπλές εγγραφές άλλων μηνυμάτων -δεν κατάλαβα αν είναι των ίδιων- μέχρι να δημιουργηθεί μια ενιαία χρωματική επιφάνεια που εξαφανίζει τα αρχικά μηνύματα.

Σαλονικιέ, τρως αυγά με πατάτες; Το χάος είναι ο φίλος σου; Μην μου πεις αυτό το ανεπανάληπτο "η πόλη δεν κοιμάται". Δεν θα τ' αντέξω!!!

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ(3)




"Πενήντα δύο άνθρωποι σ' ένα μπαρ αφηγούνται πενήντα δύο ιστορίες.
Πενήντα δύο μικρά κινηματογραφικά πορτραίτα εξομολογητικού χαρακτήρα, ως φιλοσοφικό παιχνίδι για τον τρόπο, που τα γεγονότα και οι αρχές μας καθορίζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις μας.

Ένα project των Άλκη και Κώστα Γούναρη.

Από 10 Ιανουαρίου 2011 και για πενήντα δύο εβδομάδες στο www.confession-session.com"
 
To μόνο λάθος του βίντεο είναι ότι είναι μικρής διάρκειας. Δεν το χορταίνω...

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

KΡΑΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Η μουσική ενώνει τους λαούς. Είναι μια γλώσσα πανανθρώπινη που καταργεί τα σύνορα που τεχνηέντως ορίζουν και διαχωρίζουν τους ανθρώπους. Το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε σε μια πόλη με ανύπαρκτη μουσική παιδεία και σε μια περίοδο που το ελληνικό στοιχείο μειοψηφούσε πληθυσμιακά. Με τον νόμο 349 του 1914 ιδρύεται εν Θεσσαλονίκη σχολή οργανικής και φωνητικής μουσικής υπό την επωνυμίαν «Ωδείον Θεσσαλονίκης»(άρθρο 1).Εμπνευστής και οραματιστής του Ωδείου είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος που ζητάει από τον βιολιστή Αλέξανδρο Καζαντζή να εγκαταλείψει το εξωτερικό και να έρθει να εγκατασταθεί στην Θεσσαλονίκη για να αναλάβει την διεύθυνση του Ωδείου. Ο Βενιζέλος απευθύνεται στον Καζαντζή και είναι απόλυτος και κατηγορηματικός: «η θέση σας είναι στην Ελλάδα»(βιολοντσελίστας, Ελευθέριος Παπασταύρου).Ο Καζαντζής ανταποκρίνεται με θέρμη στο κάλεσμα και φροντίζει να πλαισιωθεί από ικανούς και άξιους συνεργάτες. Η ομάδα πορεύεται μέσα σε αντίξοες συνθήκες για την πραγμάτωση των οραμάτων. Με το μοναδικό τους πάθος, το όραμα και το μεράκι ισοπεδώνουν όλα τα εμπόδια που συναντούν μπροστά τους.



Το 1923, παράλληλα με το Κρατικό Ωδείο, λειτουργεί και η Δραματική Σχολή του με πρώτο καθηγητή τον ζακυνθινό Γιάννη Κοπανά. Αργότερα, συνδράμει με το εύρος της παιδείας του και ο ποιητής Γιώργος Θέμελης. Σε αυτή την σχολή σπουδάζει και η ηθοποιός Λυδία Φωτοπούλου που προλαβαίνει να αποφοιτήσει λίγο πριν την οριστική διακοπή, το 1978 -η Σοφία Λάππου-Καλού λέει υπό μορφή παραπόνου ότι δεν έπρεπε με πρόσχημα την δημιουργία της δραματικής σχολής στο Κ.Θ.Β.Ε. να διακόψει τις δράσεις της η ομώνυμη του Ωδείου.



 
Το 1936 το Κ.Ω.Θ στεγάζεται στο μονώροφο ή «κόκκινο σπίτι» επί της λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου του Α’. Στην κατοχή το Ωδείο μεταστεγάζεται σε «ένα παλιό οίκημα επί της λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου του Α’,όπου οι θόρυβοι του δρόμου και τα καμπανάκια των τραμ, που περνούσαν δίπλα του, συνόδευαν τα κλασικά και ρομαντικά ακούσματα των μαθημάτων μας. Συχνά είχαμε και διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, οπότε συνεχίζαμε το μάθημα με το φως των κεριών ή της γκαζόλαμπας. Τότε ευνοούνταν αυτοί που έπαιζαν από μνήμης, οι τυχεροί (καθηγητής πιάνου και μαέστρος,Γιώργος Θυμής).






Οι συνεχείς μεταστεγάσεις δεν πτόησαν στο ελάχιστο το πάθος των διδασκόντων για την βελτίωση της παρεχόμενης μουσικής παιδείας. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής το φιλόμουσο κοινό μπορεί να ακούσει για πρώτη φορά συμφωνίες του Μπετόβεν. Με το νομοθετικό διάταγμα 1445 του 1942 διασαφηνίζεται πως «σκοπός του Ωδείου Θεσσαλονίκης είναι να συντελέση εις την μουσικήν μόρφωσιν και την ανάπτυξιν της μουσικής τέχνης γενικά και την προαγωγήν της ελληνικής μουσικής,κυρίως εν τη Βορείω Ελλάδι».


Σε φωτογραφία του 1952 βλέπουμε τον συνθέτη Μανώλη Καλομοίρη να επισκέπτεται το Ωδείο. Στο άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος(18/2/1959) διαβάζουμε: Παρά τω ωδείω Θεσσαλονίκης ιδρύεται Συμφωνική Ορχήστρα υπό τον τίτλον «Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδας». Πρώτος διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας είναι ο Σόλων Μιχαηλίδης που «τόσα προσφέρει στο Ωδείο και στα μουσικά δρώμενα της πόλης» (Δημήτρης Θέμελης). Με το νομοθετικό διάταγμα 4590(10/11/1966) η Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδας καλείται εφεξής «Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (Κ.Ο.Θ.).
 


 
Από το 1971 μέχρι το 1985 διευθυντής του Ωδείου είναι ο Δημήτριος Θέμελης. Το 1985 καταλαμβάνει θέση καθηγητή στο νεοσύστατο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εγκαταλείπει την διεύθυνση του Ωδείου διατηρώντας, όμως, μια «μόνιμη γέφυρα επικοινωνίας» ανάμεσα στο Ωδείο και το πανεπιστημιακό τμήμα. Χάρη στις δικές του πρωτοβουλίες συστάθηκε συλλογή 90 μουσικών οργάνων με καθαρά μουσειακό χαρακτήρα.



Στο Βαφοπούλειο παρουσιάστηκε το σύνολο των μουσικών οργάνων, μαζί με συλλογές κουστουμιών που δημιούργησε η ενδυματολόγος Ιωάννα Μανωλεδάκη.


NIKOΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ 1948-2011



Νίκο Παπάζογλου,
σήμερα δεν είναι Μεγάλη Δευτέρα αλλά Μεγάλο Σάββατο. Ο χώρος μέσα και εξω από την εκκλησία του Αγίου Θεράποντα είναι ασφυκτικά γεμάτος και θυμίζει την νύχτα της Ανάστασης. Οι πιστοί δεν έχουν πάνω τους λαμπάδες και βεγγαλικά αλλά λουλούδια και ανυπομονούν να σε δουν.

Νίκο Παπάζογλου, υπήρξες θρέμμα της Τούμπας. Όχι αυτής της Τούμπας που ζούμε όλοι εμείς αλλά της δικιάς σου που είχες φτιάξει με το μυαλό και την ψυχή σου.

Το στρατηγείο σου ήταν το στούντιο Αγροτικόν. Εκεί δημιουργούσες και εκεί ελάμβανες τις σημαντικές αποφάσεις. Γύρω από αυτό το στούντιο τριγυρνούσες σαν αγαθοποιό πνεύμα με σάρκα και οστά και μάρτυρες ήμασταν όλοι εμείς. Η αλήθεια είναι πως δεν θα σε ξαναδούμε, αλλά θα σε θυμόμαστε γιατί και εσύ μας θυμήθηκες τις δύσκολες στιγμές.

Νίκο Παπάζογλου, όλοι παραδέχονται πως μαζί σου πέθανε και μια ολόκληρη εποχή. Αυτό, να ξέρεις, είναι το δικό σου αναστάσιμο μήνυμα!

Καλό Πέρασμα να έχεις εκεί που πάνε οι ψυχές…


video


video

Κυριακή, Απριλίου 17, 2011

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ , ΠΑΤΕΡΑ

«Καλύτερα να είµαι στάχτη παρά σκόνη!

Καλύτερα η σπίθα µου να γίνει φλογερή φωτιά

παρά να τήνε πνίξει το σαράκι.

Καλύτερα να είµαι ένας θεσπέσιος διάττων,

το κάθε άτοµό µου να λάµπει θαυµαστά,

παρά ένας κοιµισµένος, αιώνιος πλανήτης.

Σκοπός του ανθρώπου είναι να ζει, όχι να υπάρχει.

Δεν θα χάσω τις µέρες µου πασχίζοντας για να τις παρατείνω.

Το χρόνο µου εγώ θα τον αναλώσω».

Jack London (1876-1916) 


Μέσα από την ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» φιλοτεχνείται το πρότυπο του μαχητικού γιατρού που πρέπει να περάσει από «συμπληγάδες πέτρες» για να ασκήσει με συνέπεια και αξιοπρέπεια το επάγγελμά του. Ο πόλεμος είναι διμέτωπος και διεξάγεται εντός και εκτός νοσοκομείου. Ο γιατρός της ιστορίας παλεύει να δουλέψει σε ένα δημόσιο σύστημα υγείας που οι πόρτες του είναι σφαλιστές και ανοίγουν μόνο για τους γνωστούς και φίλους. Στην αρχή της ταινίας ο νέος και ορεξάτος γιατρός προσπαθεί να καταλάβει την θέση ειδικευόμενου στο νοσοκομείο "Άγιοι Πάντες". Απαραίτητο προσόν να ξέρει κάποιον και να κουβαλάει μαζί του συστατικές επιστολές γιατί έτσι λειτουργεί το σύστημα! Τελικά, στην Ελλάδα των δημοσίων σχέσεων καταλαμβάνει την θέση και πηγαίνει να πάρει τα ρούχα του από την ιματιοθήκη.Εκεί, χρειάζεται να επιμείνει με έμφαση πως είναι απόφοιτος της Ιατρικής σχολής Αθηνών. Βλέπετε, τα πτυχία από τις άλλες Βαλκανικές χώρες κατακλύζουν τα νοσοκομεία και αρκεί να φοράς την λευκή ποδιά ενός γιατρού για να είσαι και τέτοιος! 

Ο γιατρός μπαίνει από νωρίς στα βαθιά. Αντιμετωπίζει ένα έκτακτο περιστατικό συρραφής ενός αυτιού σε έναν άνδρα. Έχει λιγοστή εμπειρία και μικρή αυτοπεποίθηση. Αναζητά εναγωνίως τον επιμελητή ο οποίος είναι αποσυρμένος σε ένα δωμάτιο. Εκεί, τον βλέπει να μπεκροπίνει με άλλους γιατρούς και να παίζει πρέφα για να συμπληρώσει, όπως λέει, τα εισοδήματά του. Εν μέσω καπνού, ο επιμελητής τον ενθαρρύνει να κάνει ο ίδιος την επέμβαση και του ζητάει να μην τον απασχολεί. Ο ειδικευόμενος γιατρός καταλαβαίνει πως πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του. Ξαναγυρίζει στον ασθενή που συνοδεύεται από μια τσούλα που φλερτάρει με όλο τον κόσμο. Ο γιατρός πέφτει θύμα αυτής της γυναίκας. Μάρτυρας των ερωτικών τους περιπτύξεων γίνεται μια γιατρός που προστρέχει στα άγρια χαράματα για να βοηθήσει τονγιατρό.Η γιατρός έχει ιδιαίτερα συναισθήματα για τον συνάδελφό της και απογοητεύεται καθώς τον βλέπει να ερωτοτροπεί. Το αντιπαρέρχεται στιγματίζοντας την συμπεριφορά του καινούριου συναδέλφου της και αναρωτιέται αν αξίζουν τον κόπο τέτοιου είδους θυσίες -πληροφορούμαστε πως η γιατρός εγκαταλείπει την άρρωστη μάνα της για να βοηθήσει τον ειδικευόμενο γιατρό στο έκτακτο περιστατικό. Ο γιατρός έχει σαν βασική αρχή να μην παίρνει φακελάκια. Η συνοδός του ασθενή εκμυστηρεύεται στονσύντροφο και τον συγγενή του πως ο γιατρός την φλέρταρε. Αυτό κάνει πυρ και μανία τον άντρα της και ο συγγενής καραδοκεί για να εκδικηθεί.Επιχειρεί να δώσει φακελάκι αλλά ο γιατρός το αρνείται και αποχωρεί. Φεύγοντας, ο συγγενής βρίσκει την ευκαιρία να τοποθετήσει μέσα στην τσέπη του μπουφάν το φακελάκι.Σε έναν αιφνίδιο έλεγχο της αστυνομίας βρίσκεται το φακελάκι στο μπουφάν και ο γιατρός παραπέμπεται στο πειθαρχικό -αργότερα μαθαίνουμε πως αθωώνεται.Αυτό το γεγονός του διδάσκει πως πρέπει να 'χει τα μάτια του δεκατέσσερα επειδή σε κάθε του βήμα υπάρχουν καλοστημένες παγίδες και εκδικητικές πράξεις.

Τα κανάλια και οι κάμερες καραδοκούν. Μια δημοσιογράφος καταγγέλλει πως ο νεκρός συγγενής της μεταφέρθηκε στην Βουδαπέστη για να ενταφιαστεί και όλα αυτά εξαιτίας του λάθους του νοσοκομείου να μπερδέψει τους νεκρούς. Το λάθος χρεώνεται στον ειδικευόμενο γιατρό. Η ψυχολογία του βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο. Η συνάδελφος με την οποία ερωτοτροπεί προσπαθεί μάταια να τον εμψυχώσει! Ο γιατρός βιώνει στιγμές απόλυτης μοναξιάς!Χρεώνεται τις αποτυχίες και αυτό είναι άδικο. Επιπλέον, ο χρόνος κυλά και τον εμπλέκει όλο και βαθύτερα με την σκληρή καθημερινότητα των νοσοκομείων. Ένας οπαδός, χρήστης ναρκωτικών ουσιών, τον απειλεί με σουγιά και ο γιατρός χάνει την ψυχραιμία του και βιαιοπραγεί σε βάρος του. Λίγο μετά, οι φίλοι του οπαδού τον κυνηγούν και ο γιατρός γλιτώνει τον ομαδικό ξυλοδαρμό καθώς κρύβεται σε ένα παράπηγμα. Τα γεγονότα μέσα στον χώρο του νοσοκομείου είναι κωμικοτραγικά: Τραβεστί για τον οποίο υπάρχει διχογνωμία αν θα νοσηλευτεί σε θάλαμο με γυναίκες ή άντρες, ασθενείς που φέρνουν πόρνες μέσα στον θάλαμο, ασθενείς που δελεάζουν τους γιατρούς με μοντέλα και συνευρέσεις στα καλύτερα ξενοδοχεία, ασθενείς που παροτρύνουν τους γιατρούς των δημόσιων νοσοκομείων να επανδρώσουν καινούριες ιδιωτικές κλινικές. Ακόμη, ιατρικοί επισκέπτες που με πρόσχημα τα συνέδρια προσφέρουν στους γιατρούς ταξίδια και πολυτελή διαβίωση σε ξενοδοχεία με αντάλλαγμα την προώθηση των δικών τους φαρμακευτικών σκευασμάτων,γιατροί που δεν ανταλλάσσουν ούτε μια καλημέρα, το αιώνιο πρόβλημα με τις εφημερίες και τα τραγικά λάθη και οι παραλείψεις που στοιχίζουν ανθρώπινες ζωές.

Όσοι έχουν εμπειρία από τα νοσοκομεία της χώρας μας θα εξοργίζονταν από την σκηνή κατά την οποία μια δασκάλα περιμένει υπομονετικά να εγχειρίσουν την μάνα της.Η δασκάλα δεν προσφέρει το φακελάκι που θα έλυνε με "μαγικό τρόπο" το πρόβλημα και δείχνει να εξοργίζεται από την άδικη μεταχείριση.Ο διευθυντής που εκπροσωπεί την αμερικανική αντίληψη για την νοσηλεία ασθενών -αυτή η αντίληψη παραδέχεται και νομιμοποιεί το δόγμα που θέλει τα πάντα να αγοράζονται και να πουλιούνται -βλέπει την οργισμένη αντίδρασή της και παραπέμπει την σοβαρή εγχείριση σε έναν άπειρο Σουδανό που αιφνιδιάζεται. Δεν γνωρίζουμε το αποτέλεσμα της εγχείρισης αλλά ξέρουμε πως το χειρουργείο της γυναίκας έγινε χωρίς την επίβλεψη αναισθησιολόγου και επιμελητή,πράξη απολύτως παράνομη και εγκληματική για την οποία ουδείς θα πληρώσει. Ξέρουμε επίσης πως η δασκάλα τρυπώνειστο χειρουργείο και σωριάζεται λιπόθυμη στο δάπεδο, μην αντέχοντας την εικόνα του χειρουργείου.

Στο νοσοκομείο μαθαίνουμε ότι υπάρχουν δύο διευθυντές ορθοπεδικής που εκπροσωπούν δύο διαφορετικές νοοτροπίες, την γαλλική και την αμερικανική. Οι δυο διευθυντές βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση για τα κριτήρια εισαγωγής και για το κόστος νοσηλείας των ασθενών.

Ο γαλλοθρεμένος διευθυντής υποστηρίζει την εισαγωγή των ανασφάλιστων, των άπορων και των μεταναστών που έχουν ανάγκη νοσηλείας. Υποστηρίζει ακόμη, την μέχρι τέλους προσφορά της ιατρικής βοήθειας χωρίς να υπολογίζει το οικονομικό κόστος.Στα κριτήρια εισαγωγής συμπληρώνει το «αυξημένο επιστημονικό ενδιαφέρον» έτσι ώστε να μην είναι υπόλογος σε ένα σύστημα που στρέφεται όλο και περισσότερο στον αμερικανικό τρόπο νοσηλείας. Για τον αμερικανοθρεμμένο διευθυντή της άλλης ορθοπεδικής όλα αυτά είναι αδιανόητα. Τα νοσοκομεία δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα αλλά επιχειρήσεις με κέρδη και ζημιές,ισολογισμούς και μπίζνες. Δυστυχώς, κάποια καθάρματα που έχουν ορκιστεί με τον όρκο του Ιπποκράτη επωφελούνται και κάνουν περιουσίες. Με τις λογιστικές καρδιές τους κάνουν συνεχώς τους υπολογισμούς και δεν "θέλουν να ταλαιπωρούν" όλους αυτούς που φαίνονται να μην έχουν ελπίδα σωτηρίας.

Στην ταινία ο διευθυντής που εκπροσωπεί τον γαλλικό τρόπο σκέψης ονομάζεται Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Πεθαίνει από έμφραγμα και ιδού τι παθαίνουν οι ευαίσθητοι γιατροί που δίνουν την ψυχή τους για την σωτηρία των ασθενών! Οι γιατροί, λοιπόν, δεν είναι θεοί και πιθανόν να αποτελέσουν και αυτοί θύματα του συστήματος υγείας. Στην ταινία ο μαχητικός γιατρός τρακάρει με την μηχανή του πάνω σε ένα ασθενοφόρο και χρειάζεται επειγόντως χειρουργική επέμβαση. Αυτήν την επέμβαση, όμως, δεν την κάνει στο νοσοκομείο που δουλεύει αλλά σε ένα φίλο και συνάδελφο που εγκατέλειψε το δημόσιο και προσφέρει τις υπηρεσίες του σε μια ιδιωτική κλινική. Αυτό που μετράει στην εκλογή του είναι η εμπιστοσύνη που έχει στον φίλο του και όχι τόσο το δημόσιο ή ιδιωτικό σύστημα υγείας.

Ο Γκορίτσας, με την συνδρομή του γιατρού Δενδρινού, αναδεικνύει την παθογένεια του συστήματος υγείας μέσα από την πάλη του μαχητικού γιατρού που αναδεικνύεται σε φύλακα άγγελο των ασθενών. Το τελευταίο πλάνο με το ζευγάρι των δύο ηλικιωμένων να περιμένουν στο βάθος του διαδρόμου με συγκίνησε απίστευτα. Οι ηλικιωμένοι μοιάζουν σαν να περιμένουν την καλή τους μοίρα,εν προκειμένω τον γιατρό φύλακα-άγγελο που θα τους σώσει. Συναισθηματικά φορτισμένος από την τραγωδία της απώλειας του πατέρα μου, έκανα την πικρή διαπίστωση πως ο γιατρός φύλακας-άγγελος απουσίαζε τις κρίσιμες στιγμές…

Ετικέτες ,

Κυριακή, Απριλίου 10, 2011

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ, ΠΑΤΕΡΑ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.
Εποχές, Μανόλης Αναγνωστάκης

Ο Δημοσθένης ήταν ένας καλός φίλος και εξαιρετικός γιατρός  που έκανε το αγροτικό του στους Φούρνους της Ικαρίας, το έτος 2000. Στα μικρά νησιά ο γιατρός είναι το πιο σπουδαίο πρόσωπο και αρκούσε λίγη ώρα για να το επιβεβαιώσω. Οι κάτοικοι του απομακρυσμένου νησιού βίωναν μια μεγάλη ανασφάλεια, τον χαιρετούσαν στον δρόμο και του έκαναν μικρά δωράκια. Τότε Θυμάμαι πως κάναμε αρκετή ώρα για να διανύσουμε μια μικρή απόσταση ένεκα των κατοίκων που του ζητούσαν ραντεβού για το ιατρείο. Στην ψαροταβέρνα που θα καθόμασταν ο Δημοσθένης θα παράγγελνε μακαρονάδα επειδή είχε βαρεθεί να τρώει φρέσκο ψάρι, καθημερινή σχεδόν προσφορά των νησιωτών. Ο γιατρός, είτε μας αρέσει είτε όχι, μετατρέπεται σε καιρό ανάγκης σε έναν μικρό ημίθεο. Οι ασθενείς μαζί με τους συγγενείς τους κρέμονται από τα χείλη του και ακούν με προσοχή τις κουβέντες του. Αρκετοί από τους γιατρούς γνωρίζουν την εξουσία τους και το εκμεταλλεύονται. Όσο πιο άσχετος είναι ο γιατρός -θυμηθείτε τις κατά καιρούς καταγγελίες για βιομηχανία πλαστών πτυχίων- τόσο πιο υπεροπτική είναι η παρουσία του και η εν γένει συμπεριφορά του. Στην πρόσφατη ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» -η ταινία είναι βασισμένη πάνω σε σενάριο του γιατρού Γιώργου Δενδρινού - ο γιατρός που σώζει ζωές είναι ο απόλυτος κάτοχος εξουσίας. Απλά και μόνο αυτή η διαπίστωση θα έφτανε για να μας κάνει όλους εμάς να ανατριχιάζουμε μπρος στην σκέψη πως ο γιατρός είναι ο κυρίαρχος ενός παιχνιδιού όπου ο ασθενής είναι πλήρως παραδομένος. Κάτι τέτοιο, βέβαια, το γνωρίζουν όλοι στα νοσοκομεία και γι'αυτό οι ασθενείς και οι συγγενείς επιδεικνύουν ανοχή απέναντι στο ιδιόμορφο χιούμορ των γιατρών και των νοσηλευτών. Αυτό το ιδιόμορφο χιούμορ είναι ένα κράμα αλαζονείας και κυνισμού που βρίσκει γόνιμο έδαφος και αναπτύσσεται στις δύσκολες συνθήκες των νοσοκομείων. Μια νοσηλεύτρια έβλεπε τον πατέρα μου να κάνει βόλτες πέρα δώθε στον διάδρομο και έλεγε «Βλέπω παππού δεν το βάζεις κάτω». Ήταν η ίδια νοσηλεύτρια που την ώρα του φαγητού και καθώς πίεζε το στομάχι ενός ευτραφούς ανθρώπου που είχε υποστεί βαρύ εγκεφαλικό ξεστόμιζε το περίφημο : «αυτός δεν έχει ανάγκη από φαγητό». Δυστυχώς, οι ασθενείς και οι συνοδοί τους γίνονται μάρτυρες και αποδέκτες του ιδιόμορφου χιούμορ των γιατρών και νοσηλευτών.


Ετικέτες ,

Κυριακή, Απριλίου 03, 2011

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ, ΠΑΤΕΡΑ

Καταλαμβάνουμε δύο μέτρα γη στο μνήμα. Μαζί μας παίρνουμε την χρονολογία γέννησης και θανάτου. Το ονοματεπώνυμό μας! Ένα μεγάλο μέρος του βίου μας παραμένει αθέατο. Τα μυστικά τα παίρνουμε στους τάφους μας! Κατά την διάρκεια της ζωής  μας είμαστε λιγομίλητοι.Τα μνήματα στα νεκροταφεία "φωνάζουν" αυτήν την ακλόνητη αλήθεια. Που και που την μονοτονία αυτής της αλήθειας την σπάει κάποιο ποίημα, γνωμικό ή ολιγόλογο κείμενο. Δίπλα στον τάφο του πατέρα μας υπάρχει το επιτύμβιο: "Η επιθυμία έχει μια τόσο ψηλή κορμοστασιά που μέσα στην παλάμη της χωράει η απουσία".



Ένας

άνθρωπος

δεν πεθαίνει

τόσο

εύκολα!

Ετικέτες ,