Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

H ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΦΗΓΗΣΗ

Σε περιόδους κρίσης και υπαρκτής απειλής για την σωματική ακεραιότητα και ζωή των ανθρώπων ενεργοποιείται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, πράγμα λογικό και αναμενόμενο. Οι άνθρωποι που βλέπουν να απειλείται η ζωή τους εφορμούν προς τον ορατό ή αόρατο εχθρό έχοντας σαν πρώτιστο μέλημά τους να διασώσουν τους εαυτούς τους -υπάρχουν και οι περιπτώσεις της αυτοθυσίας που ως εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αν δεν υπάρχει κάποιος να καθοδηγήσει την μάζα τότε ο πανικός διαποτίζει τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων που νιώθουν εγκαταλειμμένοι και προδομένοι από όλους αυτούς που έχουν αναλάβει θεσμικά τον ρόλο της προστασίας τους. Φυσικά, δεν μιλάω γενικά αλλά πολύ συγκεκριμένα. Διαβάζω στην σημερινή «Αυγή» τις αναμνήσεις που ξετυλίγει με λογοτεχνικό τρόπο ο συγγραφέας και ποιητής, Πρόδρομος Μάρκογλου, από την Καβάλα του 1941-περιλαμβάνονται στην ανέκδοτη συλλογή κειμένων «Ακτή Νεαπόλεως»- και κάνω κάποιες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. Πρώτα από όλα, οι επίσημες αρχές της πόλης μαζί με τους εύπορους και τους αριστοκράτες προνοούν για κάποια καΐκια που τα χρησιμοποιούν ως μέσα διαφυγής. Τα γερμανικά αεροπλάνα κάνουν συνεχείς πτήσεις πάνω από την πόλη χωρίς ωστόσο να την βομβαρδίζουν. Ο Μάρκογλου γράφει: «Στη διάρκεια του συναγερμού, και καθώς ο κόσμος ήταν στα καταφύγια, οι αρχές μαζί με κάποιους μεγαλόσχημους, μαζεύτηκαν στο λιμάνι, μακριά από περίεργα βλέμματα. Από εκεί με μεγάλα καΐκια επιβιβάστηκαν στο ατμόπλοιο Κορινθία, που ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά του λιμανιού» Η εγκατάλειψη του απλού κόσμου σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές και ο φιλοτομαρισμός ισοδυναμούν με μια μεγάλη προδοσία. 

Μια δεύτερη επισήμανση από τα γραπτά του Μάρκογλου είναι ότι ο κόσμος μετατρέπεται σε όχλο που σπάει τις καπναποθήκες στις οποίες φυλασσόταν ένα σημαντικό απόθεμα τροφών και επιδίδεται σε ένα μεγάλο πλιάτσικο. Όλα αφήνονται στο έλεος των ενστίκτων. Οι επίσημες αρχές που έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν και να εγγυώνται, ήδη έχουν εγκαταλείψει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από την άλλη, οι εναπομείναντες άνδρες της χωροφυλακής έχουν την εντολή να παραδοθούν στους κατακτητές .Ο Μάρκογλου συνεχίζει: «Οι άνθρωποι όρμησαν, σπάσαν τις πόρτες και άρπαξαν ό,τι βρήκαν αλαφιασμένοι. Τρέχανε, μπαίνανε και βγαίνανε φορτωμένοι, και καθώς συνωθούνταν τα λάφυρα της διαρπαγής, πέφτανε και γεμίζανε τους δρόμους. Τραγικές και κωμικές σκηνές. Παντού ήταν διασκορπισμένα τρύπια δοχεία από λάδι, τσουβάλια και χαρτοκιβώτια σκισμένα. Σκορπισμένα μακαρόνια, ρύζι, ζάχαρη, σαπούνια, γαλέτες, αλεύρι στους δρόμους. Έτσι μέσα σ’ όλον αυτόν τον ορυμαγδό, έλαχε και σε μένα ένα πακέτο μπισκότα.

Όλα αυτά ήταν μια μικρή ασήμαντη βοήθεια για τις μέρες της μεγάλης τρομερής πείνας της Κατοχής που θέρισε χιλιάδες ζωές»

Τότε ήταν ο πόλεμος, η πείνα και η κατοχή. Σήμερα είναι ο πόλεμος των τραπεζιτών, ο φασισμός των αριθμών και των οικονομικών μεγεθών, η κρίση του πολιτικού συστήματος που αντάμα με μια πελώρια έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς προλειαίνουν την είσοδο των ξένων δυνάμεων στην χώρα μας. Τώρα, οι ξένοι κάνουν την επανεμφάνισή τους ως εγγυήτριες δυνάμεις και να, εν συντομία, κάποια από τα στοιχεία της σύγχρονης «εθνικής μας αφήγησης» για την οποία κόπτονται αρκετοί από την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2011

TO IAΠΩΝΙΚΟ "ΣΑΣΟΥΚΙ"


Από το μικρόφωνο ο λόγος του είναι μεγαλόφωνος. Αυξομειώνει την ένταση της φωνής του και την προσαρμόζει ανάλογα με τις προσπάθειες των αγωνιζομένων. Αναμεταδίδει με πάθος τις στιγμές της δράσης τους και δημιουργεί ένα κλίμα που συνταιριάζει πάντα με το αποτέλεσμα αυτής της δράσης. Η αγωνιώδης προσπάθεια, η αποτυχία έχουν άμεσο αντίκτυπο στον τόνο της φωνής του. Στις κερκίδες παραδίπλα, στέκονται φίλοι και συγγενείς των αγωνιζόμενων που ζητωκραυγάζουν και εμψυχώνουν. Οι άντρες ανταγωνίζονται τους άντρες και οι γυναίκες τις γυναίκες. Το ιαπωνικό «Σασούκι», όπως το παρακολουθώ στην τηλεόραση, περιλαμβάνει διάφορες φάσεις παιχνιδιού που η κάθε μία αντιστοιχεί σε μια διαφορετική πίστα. Οι πίστες έχουν βαθμίδες δυσκολίας που σταδιακά αυξάνονται μέχρι την τελική φάση. Οι παίκτες του συγκεκριμένου παιχνιδιού δοκιμάζουν τα όρια τους στην ισορροπία, στην δύναμη, στα άλματα, στις αντοχές, στην ταχύτητα, στην πειθαρχία και στις ικανότητες αναρρίχησης . Ο παίκτης που συμμετέχει στο παιχνίδι έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον ανταγωνισμό των συμπαικτών του αλλά και τον αμείλικτο χρόνο. Όλα γίνονται κάτω από ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα με τα δευτερόλεπτα να κυλάνε σαν γάργαρο νερό που κόβει την ανάσα των θεατών και των παικτών.


Τους παίκτες στο παιχνίδι θα τούς αποκαλούσα ευκολότερα αθλητές! Το «Σασούκι» είναι ένα παιχνίδι σκληρού ανταγωνισμού που ζητάει από τους συμμετέχοντες να τα δίνουν όλα και να βιώνουν τα όρια τους. Το ιαπωνικό «Σασούκι» έχει κάτι τυραννικό, αγχώδες και βάναυσο που προσωπικά με απωθεί. Σε αυτό το παιχνίδι όλα μοιάζουν να εκπνέουν. Μεγάλοι χαμένοι μιας τέτοιας αναμέτρησης λίγο πριν από το τέλος είναι ο ψυχαγωγικός χαρακτήρας του παιχνιδιού και η χαρά της συμμετοχής. Το παιχνίδι, βλέπετε, ως το ισχυρότερο μέσο κοινωνικοποίησης δεν είναι πάντοτε αθώο…

Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2011

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ- ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ


 Βλέποντας στην τηλεόραση τον Αργύρη Χιόνη θυμήθηκα την καλύβα του Βιτγκενστάιν που ήταν σύριζα χτισμένη στην όχθη μιας λίμνης. Σ΄αυτήν την καλύβα ο φιλόσοφος  αποσυρόταν τις στιγμές που ήθελε να συγκεντρωθεί αλλά και όταν κουραζόταν από την βλακεία του κόσμου- την τελευταία την απεχθανόταν! Δεν ξέρω αν ο Χιόνης αισθάνεται παραπλήσια με τον σπουδαίο φιλόσοφο αλλά εδώ και χρόνια τον βλέπουμε να έχει αποσυρθεί στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας. 

Οι εθελούσιες αναχωρήσεις από την πολυκοσμία των μεγάλων αστικών κέντρων δεν είναι ένα ασυνήθιστο γεγονός για φυσιολάτρες σαν τον ποιητή Χιόνη. Χωρίς τηλεόραση και με κύρια πηγή ενημέρωσης τον έντυπο λόγο και το ραδιόφωνο,  ο ποιητής θητεύει στην φύση που αποτελεί  ένα σπουδαίο σχολείο που φέρνει  τους ανθρώπους σε επαφή με έναν μεγάλο κύκλο εμπειριών και γνώσεων. Για τον  Χιόνη έχει διαταραχθεί η σχέση μας με τη φύση. Ακόμα και στο χωριό που διάλεξε να κατοικήσει, οι όγκοι των σκουπιδιών και τα φυτοφάρμακα  αποτελούν αδιάσειστο στοιχείο πως ο άθλιος πολιτισμός της υπερκατανάλωσης θα μας βρει όπου και αν πάμε!

"Η πραγματικότητα είναι το παραμύθι"! Αυτό επαναλαμβάνει με έμφαση ο Χιόνης και φτιάχνει την δική του πραγματικότητα με την δύναμη της φαντασίας του. Ο μικρόκοσμός του είναι  σαν οχυρωματικό έργο μπροστά στην επέλαση των βαρβάρων της κατανάλωσης! Για τον Χιόνη η γραφή είναι το υποκατάστατο στο κενό της απώλειας της αγαπημένης του γιαγιάς. Η γιαγιά του, μας λέει, διασκεύαζε ιστορίες από την Βίβλο και τις αφηγούνταν σαν παραμύθια με διδακτικό περιεχόμενο.

Στα χώματα πατάμε, στα χώματα αφήνουμε τα ίχνη μας και σε αυτά επιστρέφουμε όταν πεθαίνουμε. Στα χώματα φυτρώνει το υπεροπτικό κυπαρίσσι που ψηλώνει και καίγεται από τον κεραυνό, στα χώματα φυτρώνει και η ταπεινή αγριάδα. Στον  ξεψυχισμένο κόσμο της υλικής ευδαιμονίας οι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να αναζητήσουν τις αναλογίες, να ταυτιστούν και να ανακαλύψουν πάλι το ανθρώπινο μέτρο. Όπως θα έλεγε και το επιμύθιο της Κωνσταντίνα Πέππα για το βιβλίο Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες -σε σχέδια της Εύης Τσακνιά, κόρης του Σπύρου Τσακνιά:"Αν δεν είσαι αρκετά ψηλός ώστε να αγγίξεις τον ουρανό, προσπάθησε να τον φτάσεις δια του οριζοντίου ύψους". 

Διαβάστε και το σημείωμα του Χιόνη για την Lifo: 

Η περιπέτειά μου στο χώρο των Γραμμάτων άρχισε με την ποίηση, όταν ήμουν δεκατριών ετών. Πρωτοδημοσίευσα ποιήματά μου στα εικοσιένα μου, στα περιοδικά «Δωδέκατη ώρα» και «Νέα Εστία». Από το 1966 έως το 2006 εξέδωσα δώδεκα ποιητικά βιβλία. Η πρώτη πεζογραφική απόπειρά μου έγινε το 1983, με το βιβλίο Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (εκδ. Αιγόκερως). Επρόκειτο για κείμενα που, επειδή αδυνατούσα να τα πυκνώσω, ώστε να γίνουν ποιήματα, τα ανέπτυξα περαιτέρω και γίνανε μικρά πεζογραφήματα. Η πρώτη σοβαρή πεζογραφική μου απόπεια έγινε το 2006 με το Όντα και μη Όντα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», 2007), που το διαδέχτηκε την επόμενη χρονιά το Περί αγγέλων και δαιμόνων από τις ίδιες εκδόσεις.
Είχε πλέον για τα καλά εγκατασταθεί μέσα μου ο δαίμων της πεζογραφίας. Έτσι, το 2008 ακολούθησε το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Βέβαια, όταν μιλάμε για πεζογραφία, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι πρόκειται για πεζά κείμενα γραμμένα από ποιητή. Ο λόγος πρέπει, συνεπώς, να ρέει απρόσκοπτα, μουσικά, οι συλλαβές των προτάσεων να είναι ζυγισμένες και μετρημένες με ακρίβεια, ενίοτε μάλιστα (χάριν παιδιάς ή ειρωνείας) να υπάρχουν μέτρο και εσωτερικές ομοιοκαταληξίες. Η χρήση επίσης συνηχήσεων, παρηχήσεων, ομόηχων λέξεων και επαναλήψεων είναι απαραίτητη. Όσο για τη μεταφορά, αυτή πρέπει κυριολεκτικά να πρωταγωνιστεί.
Το Οριζόντιο ύψος συμπληρώνει το τρίπτυχο που ξεκίνησε με τα δύο προηγούμενα βιβλία. Και οι τρεις αυτές συλλογές αφηγημάτων, όπως και ολόκληρο το ποιητικό έργο μου, συνέχονται από μια κοινή, κεντρική ραχοκοκκαλιά, την υπαρξιακή αγωνία, και βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τον θάνατο, όπως θα ήθελε και ο Octavio Paz. Επειδή ωστόσο είχε πολύ βαρυνθεί η ψυχή μου, αποφάσισα ότι χρειαζόμουν μιαν αναψυχή. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στον παλιμπαιδισμό της ηλικίας (κοντεύω να κλείσω τα εξήντα έξι), αλλά, ξαφνικά, ένιωσα τη βαθύτατη ανάγκη για παραμυθία, για παρηγοριά. Εκεί επάνω ξανάρθανε στη σκέψη μου οι στίχοι του Σεφέρη (Τελευταίος σταθμός, στ. 83-86, από τη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’):
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει̇
Αυτοί οι στίχοι ήταν το έναυσμα για τη γραφή του Οριζόντιου ύψους, όπου η αμίλητη φρίκη αντιμετωπίζεται με τα μόνα αποτελεσματικά όπλα που διαθέτει ο άνθρωπος: το όνειρο και το χιούμορ. Για τη συνέχεια, ωστόσο, χρειαζόμουν έναν μπούσουλα, κι αυτόν μου τον έδωσε ένας γέροντας στην ακροποταμιά, εδώ, λίγο πιο πέρα από το σπίτι μου, που τον άκουσα ένα απόβραδο να μουρμουρίζει, σαν προσευχή (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, στ. 16, ό.π.):
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Εκείνου του δόθηκε· ελπίζω να δόθηκε και σε μένα.
 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2011

LAST CALL

Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2011

ΕΝΘΥΜΙΑ

Τετάρτη, Οκτωβρίου 05, 2011

ΟΙ ΑΝΗΞΕΡΟΙ ΕΝΟΣ ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΟΥ ΑΓΩΝΑ

Τις προηγούμενες μέρες, υπάλληλοι του υπουργείου οικονομικών είχαν αποκλείσει τις εισόδους του υπουργείου και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να μπει. Σε ένα από τα πλάνα του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, μια ομάδα διαμαρτυρομένων είχε περικυκλώσει έναν συνεργάτη του υπουργού και του απευθυνόταν σε έντονο ύφος. Μέσα σε αυτήν την ομάδα πρωτοστατούσε στις φωνές και τις διαμαρτυρίες μια γυναίκα που αναρωτιόταν με αγωνία για το μελλον των δύο έφηβων παιδιών της.

Το γεγονός της μεμονωμένης διαμαρτυρίας, μαζί με το ύφος που συνόδευε αυτήν την διαμαρτυρία, αναδεικνύει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τα αίτια της σημερινής μας παρακμής που δεν είναι άλλα από την προσήλωσή μας στο στενό προσωπικό μας συμφέρον. Πρόσφατα, στον τηλεοπτικό σταθμό Μega, o καθηγητής Γιανναράς είχε μιλήσει για την "απόλυτη επικράτηση του εγωκεντρισμού" σε αυτήν την χώρα. Ο Walter Benjamin έλεγε πως σε συνθήκες κρίσης υπερισχύει η ανάγκη να "περισωθεί το προσωπικό γόητρο του ατόμου και όχι η ανάγκη να απελευθερωθεί από το φόντο της γενικής τύφλωσης" (από το μεστό και όμορφο κείμενο για τον σπουδαίο συγγραφέα, στο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας (2/10/2011) . Η κυρία, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, μπορεί να ανήκει σε μια ομάδα ανθρώπων με κοινά συμφέροντα αλλά δεν παύει να προτάσσει το στενό προσωπικό της συμφέρον.
Σύμφωνα με τον Τήονταρς Μ. Μιλς υπάρχουν πέντε κατηγορίες -τάξεις τις αποκαλεί- παραγόντων που ενεργοποιούνται για τον σχηματισμό ομάδων (Κοινωνική οργάνωση και πολιτισμικές διεργασίες, Νικόλαος Τάτσης, εκδ.Οδυσσέας, 1991). Στην πρώτη κατηγορία υπάρχει η άμεση ικανοποίηση αναγκών που συνιστά τον συχνότερο λόγο ομαδοποίησης. Σύμφωνα με τον Μιλς "η αίσθηση της ανάγκης ενδέχεται να μην είναι συνειδητή ή καλύτερα να μην είναι γνωστικά προσδιορισμένη την ώρα του σχηματισμού". Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη συνέχιση της κοινωνικότητας. Στον χώρο της εργασίας, για παράδειγμα, δομούνται κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων και η ανάγκη να διατηρηθούν αυτές οι σχέσεις συνιστά κίνητρο για τη συγκρότηση μιας ομάδας. Στην τρίτη κατηγορία βλέπουμε την επιδίωξη του συλλογικού στόχου. Διαβάζω:"Η αναφορά στην συλλογική επιδίωξη προϋποθέτει τη σύλληψη μιας ενότητας βούλησης και όχι απλά την δι-ατομική συνεργασία. Δεύτερον, μολονότι οι σκοποί συνδέονται πάντοτε με τις ανάγκες ,θα πρέπει να διαχωρίσουμε αυτήν την περίπτωση από την πρώτη κατηγορία". Αυτό σημαίνει πως στην περίπτωση της κυρίας για την οποία συζητάμε υπάρχει μια σύγχυση ανάμεσα στην άμεση ικανοποίηση της ανάγκης και στη συλλογική επιδίωξη. Μια τέταρτη κατηγορία είναι η ανάγκη των μελών μιας ομάδας να σπάσουν τα στεγανά και τα παραδοσιακά πλαίσια και να αυτοπροσδιοριστούν μέσα από την ριζοσπαστικοποίηση των αντιλήψεων και των αξιών τους. Τέλος, μια πέμπτη κατηγορία περιλαμβάνει το κίνητρο για επέκταση της επιρροής και της κυριαρχίας της ομάδας. Στις δύο τελευταίες κατηγορίες βλέπουμε πως οι ομάδες ήδη υπάρχουν και τα μέλη τους αναζητούν μια  καινούρια ταυτότητα για την νέα τους ομάδα.

Η κυρία στο υπουργείο επισκιάζει το ομαδικό πνεύμα και τις συλλογικές επιδιώξεις με την ανάγκη για οικογενειακή και προσωπική ευημερία. Λυπάμαι, αλλά αυτού του τύπου  οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες είναι οι πρώτοι που θα αποστασιοποιηθούν όταν λάβουν εγγυήσεις για την ικανοποίηση της προσωπικής τους ανάγκης. Στέκομαι επιφυλακτικός απέναντι στους διαμαρτυρόμενους του σήμερα που αύριο μπορεί να καταλήξουν οι αφελείς και οι ανήξεροι ενός ματαιωμένου αγώνα...         

   

Κυριακή, Οκτωβρίου 02, 2011

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 (Φωτογραφία από το e-orfeas.gr)


Έντυσε με τις μελωδίες του τα ωραιότερα λόγια των ποιητών. Συναναστράφηκε με την αφρόκρεμα του νεοελληνικού πολιτισμού αλλά, καθώς φαίνεται, αυτό δεν ήταν αρκετό! Στον πλούσιο και ταραχώδη βίο του βιάστηκε να αυτοανακηρυχθεί σε Σύμβολο. Σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα για απαλλαγή από τη χούντα των συνταγματαρχών, σύμβολο για το γεφύρωμα των αντιθέσεων και της συμφιλίωσης των Ελλήνων και Τούρκων. Σύμβολο της μουσικής του και σύμβολο για την ενότητα των αριστερών με τους δεξιούς. Για τον εαυτό του δεν μπορούσε να αποδεχτεί τίποτα λιγότερο.

Οι λόγοι του ήταν πύρινοι και έπρεπε σώνει και καλά να συνεπαίρνουν την μάζα. Ο κ.Θεοδωράκης ποτέ δεν θα απευθυνόταν στις μειοψηφίες! Το ακροατήριο των λόγων του ήταν πάντα ένα πολυπληθές κοινό που συνωστιζόταν όπως τα χρόνια της μεταπολίτευσης στις κερκίδες των μεγάλων γηπέδων της χώρας! Τα λόγια του μουσικοσυνθέτη ήταν λόγια που στόχευαν να διατηρήσουν άσβεστη την φλόγα της επανάστασης. Η επανάσταση για τον κ.Θεοδωράκη φαίνεται πως υπήρξε μια πολύ σοβαρή υπόθεση και γι' αυτό δεν θα τον βλέπαμε ποτέ να αστειεύεται. Ο τόνος των ομιλιών του ήταν αυστηρός και συνάμα παραπονεμένος! Την δεκαετία του 1990 ο άνθρωπος με το τόσο σημαντικό δημιουργικό έργο, αισθανόταν παρωχημένος  μέσα στην φρενίτιδα των καινούριων ρυθμών της ζωής. Ο κόσμος που τον λάτρεψε είχε ανάγκη για καινούρια πράγματα και ο Θεοδωράκης ενοχοποίησε αυτήν την στάση. Την δεκαετία για την οποία μιλάμε δεν σταμάτησε να επιθυμεί από τον κόσμο τιμές και αναγνώριση! Ο μουσικοσυνθέτης, ουσιαστικά, απαγόρευε στον κόσμο να τον ξεχάσει και η συνέχεια είναι γνωστή! Τα επόμενα χρόνια θα στηνόταν μια βιομηχανία τιμών και διακρίσεων για τον κ.Θεοδωράκη. Δεν θα υπήρχαν σύλλογοι και απλοί δήμαρχοι που να μην τον προσκαλούσαν για να τον τιμήσουν. Από κοντά και ένα μεγάλο πλήθος παρατρεχάμενων και καλλιτεχνών που δήλωναν πάντα τον συγκλονισμό και την ανατριχίλα που ένιωθαν απ' τη συναναστροφή τους με τον "μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη". Ο μουσικοσυνθέτης είχε συσπειρώσει κοντά του στρατιές αυλοκολάκων και εξασφάλιζε μια καλή αιωνιότητα μέσω του πληθωρισμού της εικόνας του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης - κάτι τέτοιο δεν το είχε ανάγκη!

Εγκλωβισμένος για δεκαετίες στην εικόνα του ανυπότακτου της λεβεντογέννας Κρήτης, μίλησε στα 86 του χρόνια για "αίμα που θα χυθεί" στην περίπτωση του πάρκου του Ελληνικού και δεν υπάκουσε, προσφάτως, στην απόφαση του δημάρχου Θεσσαλονίκης με την οποία τού απαγόρευε να μιλήσει στην πλατεία Αριστοτέλους!

Ένας άλλος συνθέτης, ο Μάνος Χατζιδάκις, έλεγε πως οι άνθρωποι στον έρωτα εκπέμπουν μια ορισμένη ποσότητα φωτός και αν ο έρωτας δεν είναι αμοιβαίος, τότε, αυτός που λάμπει είναι επειδή έχει κλέψει το φως του άλλου. Ωστόσο, αυτή η "παρηγοριά στον άρρωστο" υπήρξε και θα υπάρχει ως ένα ζήτημα που αφορά τους θνητούς! Ο κ.Θεοδωράκης διάλεξε για τον εαυτό του να υπάρξει ως ημίθεος. Ναι, οι συμπατριώτες μας ερωτεύτηκαν την μουσική του αλλά δεν έλαμψαν απ' αυτήν...            

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ ΜΕ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ

Tα βίντεο που ακολουθούν τα βρήκα στην Άλφα-Βήτα: