Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2012

Η ΑΙΩΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΤΙΜΙΑΣ

Η δουλεία αποτέλεσε κύρια αιτία του εμφυλίου πολέμου, στενά συνδεδεμένη με τις ευρύτερες αντιθέσεις που παρατηρούνταν μεταξύ του Βορά και του Νότου της Αμερικής σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. 
 Βικιπαίδεια




(Απόσπασμα από το βιβλίο του Μπόρχες "Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας" σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη, εκδόσεις Ύψιλον 1998- οι λέξεις που είναι μαρκαρισμένες με "έντονη" γραφή είναι δικές μου):

Στις αρχές του 19οι αιώνα (η εποχή που μάς ενδιαφέρει) στις όχθες του Μισισιπή οι νέγροι δούλευαν στις βαμβακοφυτείες απ' το πρωί μέχρι το βράδυ. Κοιμόντουσαν σε ξύλινα καλύβια, κατάχαμα. Εκτός από τη σχέση μάνας-παιδιού οι δεσμοί συγγενείας ήταν περιστασιακοί και αμφίβολοι. Ονόματα είχαν, αλλά μπορούσαν να κάνουν και χωρίς επώνυμα. Ανάγνωση δεν ήξεραν. Οι απαλές και ψιλές φωνές τους τόνιζαν κάτι εγγλέζικα με μακρόσυρτα φωνήεντα. Δούλευαν σε σειρές, σκυμμένοι κάτω από το μαστίγιο του επιστάτη. Το 'σκαγαν, και άντρες με μακριές γενιάδες πηδούσαν πάνω σ' όμορφα άλογα και τούς έπαιρναν στο κατόπι με άγρια κυνηγόσκυλα.
  Στα αλλεπάλληλα στρώματα από ζωώδεις ελπίδες και αφρικάνικους φόβους, προστέθηκαν τα λόγια της Γραφής: πίστευαν επομένως στο Χριστό. Έψελναν όλοι μαζί από τα βάθη της ψυχής τους του Go down Moses. Ο Μισισιπής ήταν γι' αυτούς η μεγαλοπρεπή εικόνα του ασήμαντου Ιορδάνη.
   Οι ιδιοκτήτες της σκληρής τούτης γης κι αυτών των νέγρικων κοπαδιών, ήταν αργόσχολοι και άπληστοι μακρυμάλληδες ευγενείς, που ζούσαν σε μεγάλα οικήματα- πάντοτε μ' ένα ψευτοελληνικό προστέγασμα ασπρόξυλο- με θέα στο ποτάμι. Ένας καλός σκλάβος τούς στοίχιζε χίλια δολάρια κι δεν κρατούσε για πολύ. Μερικοί, είχαν την αχαριστία ν' αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν. Με την αβεβαιότητα αυτή που επικρατούσε, έπρεπε να τούς ξεζουμίζουν όσο ήταν δυνατό. Αυτός ήταν κι ο λόγος που τούς είχαν στα χωράφια απ' τα χαράματα ως αργά το βράδυ, κι αυτός ήταν επίσης ο λόγος που απαιτούσαν να δίνουν κάθε χρόνο οι φυτείες κι από μια σοδειά καπνό, μπαμπάκι και ζαχαροκάλαμο. Το χώμα, καταπονημένο και κακοδουλεμένο απ' αυτή την άπληστη καλλιέργεια, σε λίγα χρόνια έγινε άγονο: οι φυτείες κατακλύστηκαν από λάσπη και ρήμαξαν. Στις εγκαταλειμμένες φάρμες, στα περίχωρα των πόλεων, ανάμεσα σε πυκνά ζαχαροκάλαμα και βρωμερά βαλτοτόπια ζούσαν οι poor whites, οι φτωχοί λευκοί. Ήταν ψαράδες και,  όταν τύχαινε, κυνηγοί ή ζωοκλέφτες. Συχνά ζητιάνευαν λίγα κλεμμένα τρόφιμα απ' τους νέγρους αλλά, και μέσα σ' αυτή την έσχατη κατάσταση, διατηρούσαν κάποια έπαρση: την έπαρση ενός καθαρού, αμόλευτου αίματος(...) 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα