Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2012

ΟΛΑ ΟΣΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΡΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟ

Μετά από πεζοπορία αρκετών ημερών ο παππούς μου θα επέστρεφε στην οικογενειακή του εστία, κοντά στην γυναίκα και τα τρία του παιδιά. Είχε μακριά γένια, ήταν γεμάτος ψείρες και φορούσε βρώμικα ρούχα. Στην μόλις 2,5 χρονών μητέρα μου ο πατέρας της ήταν ένας κατσίβελος! Λίγο πολύ όλοι οι Έλληνες φαντάροι που πολεμούσαν στα βουνά της Αλβανίας είχαν την όψη του κατσίβελου κατά την επιστροφή τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους! Ο παππούς μου ανήκε σε εκείνη την πολυπληθή κατηγορία των Ελλήνων που πολέμησε ανιδιοτελώς και χωρίς ποτέ να εξαργυρώσει την προσφορά της που, από καθαρή τύχη, δεν μετατράπηκε σε θυσία. Έχω αναφέρει και παλιά ότι ο παππούς μου ήταν λιγομίλητος στις αφηγήσεις από εκείνη την περίοδο της ζωής του. Όσο αυτός δεν μιλούσε τόσο εγώ πεισματικά προσπαθούσα να εκμαιεύσω κάποια καινούρια στοιχεία. Στις προθέσεις μου, βέβαια, δεν ήταν να φιλοτεχνήσω το πορτρέτο ενός ήρωα στο στενό συγγενικό μας περιβάλλον αλλά να αναζητήσω περισσότερες λεπτομέρειες που θα με βοηθούσαν να έχω μια πιο ολοκληρωμένη άποψη για το γεγονός της ελληνοϊταλικής σύρραξης του 1940-41. Παρακάτω, όλες εκείνες οι πληροφορίες που θα ήθελα να γνωρίζω για την εθνική επέτειο:

-Ο παππούς μου δύο φορές κόντεψε να πεθάνει. Την πρώτη φορά είχε διαταχθεί να μεταφέρει κάποια εμπιστευτικά έγγραφα διανύοντας μια αρκετή απόσταση μέσα στα κακοτράχαλα μονοπάτια και τις δύσβατες βουνοπλαγιές. Κατά την ώρα της μεταφοράς άρχισε κακοκαιρία με βροχές, βροντές και αστραπές. Ωστόσο, οι αστραπές αποδείχθηκαν σωτήριες καθώς φώτισαν ένα επικίνδυνο σημείο του περάσματος και ο παππούς μου γλίτωσε την τελευταία στιγμή από την πτώση του στον γκρεμό.

-Την δεύτερη φορά είχε διάρροια που σταδιακά τον εξαντλούσε. Η στάχτη από τα ξύλα που καίγανε και η ανάμιξη αυτής της στάχτης με νερό αποδείχθηκε σωτήριος συνδυασμός. Το σταχτόνερο σταμάτησε την διάρροια και ο παππούς άρχισε να συνέρχεται.

-Στις συμπλοκές με Ιταλούς στρατιώτες τούς φώναζε να φύγουν και δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή να αφαιρέσει τη ζωή τους. Κατά τις εχθροπραξίες καταλάβαινε πως αρκετοί Ιταλοί δεν ήθελαν να υπηρετήσουν τα σχέδια του παρανοϊκού αρχηγού τους και ούτε ήθελαν πραγματικά να πολεμήσουν. Κάποιοι από τους Ιταλούς κουβαλούσαν τις κιθάρες τους στο μέτωπο. Μερικούς τους έβρισκαν δεμένους στα κανόνια ώστε να μην εγκαταλείψουν τις θέσεις μάχης και λιποτακτήσουν.

-Αποκαμωμένοι από την κούραση οι Έλληνες στρατιώτες κοιμόντουσαν με τεντωμένα τα σώματά τους. Κάποιους από αυτούς, τους βρίσκανε παγωμένους. Ο παππούς μου λαγοκοιμόταν κουλουριασμένος και άλλαζε συχνά στάση. Πιθανόν οι στάσεις που επέλεγε να βοηθούσαν την καλύτερη κυκλοφορία του αίματος και την διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος.

-Σε απόσπασμα από κείμενο του Νίκου Εγγονόπουλου στο περιοδικό «Λέξη» διαβάζουμε:

Οι Έλληνες ποτέ δεν έσφαξαν. Ποτέ δεν θα δείτε Νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου παρά τοις Έλλησι. Ήμουν στον πόλεμο του ΄40-΄41 και οι Ιταλοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας σκοτώσουν. Εγώ χρησιμοποιούσα τις χειροβομβίδες για να βάζω τα τσιγάρα μέσα. Όταν ερχόταν η στιγμή της επιθέσεως, μόλις έφταναν με απήλασσαν απ’ το καθήκον να τους ξεκοιλιάσω καθώς μου φώναζαν «Μπέλλα Γκρέτσια». Βλέπετε η ζωή έχει πολλά φάρδυτα, που έλεγε ο Κόντογλου. Οι άνθρωποι όταν δεν είναι όχλος, είναι πολύ διαφορετικοί(…)

-Ίσως, λοιπόν, οι στρατιώτες των δύο λαών να είχαν την πολυτέλεια να συμπεριφερθούν όχι σαν όχλος αλλά σαν μονάδες που αδυνατούσαν να εκτελέσουν τους αντιπάλους και να τους αφαιρέσουν τη ζωή.

-Στον πόλεμο πήγαν άνθρωποι σαν τον Οδυσσέα Ελύτη και τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη. Ειδικά για τον Σαραντάρη ο Ελύτης γράφει:

«Θέλω αυτή τη στιγμή απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελετείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάμει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία…
Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ΄χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζεβοήθειαστους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζεαδέρφια. Και τααδέρφιατον κοροϊδεύανε , τα πιο αδίσταχτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, ο,τιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά
Έτσι πέθανε ένας Έλληνας ποιητής, όταν οι συνάδελφοί του στη Δύση βλαστημούσανε το θεό(…)»

-Τέλος, στο κείμενο «Γάλα με χαμηλά λιπαρά»(ΜΕΣΟΚΟΣΜΟΣ, 17/8/2012 ) σας εξιστορώ την «υποδοχή» που έτυχε ο παππούς μου λίγες μέρες μετά την λήξη του πολέμου.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα