Κυριακή, Απριλίου 17, 2016

Η ΖΩΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ





Είδα πριν από λίγο το ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη, Άγγελου Αμπάζογλου(καταγωγή από Κωνσταντινούπολη), "Τα γλυκά όνειρα του Μουσταφά". Στην ταινία δεν υπάρχει σενάριο και αυτοί που συμμετέχουν στην ταινία δεν είναι ηθοποιοί. Ο δεκαεξάχρονος Μουσταφά γνωρίζει να κόβει, να τυλίγει ζύμη, να ρίχνει φυστίκια και να χύνει σιρόπι•ξέρει, δηλαδή, όλα τα μυστικά για την παρασκευή ενός πεντανόστιμου μπακλαβά. Η πόλη της εργασίας του είναι το Γκαζιαντέπ στα νοτιανατολικά της Τουρκίας. Ωστόσο, η καταξίωση έρχεται μόνο αν δείξει την τέχνη του στην μεγαλούπολη που ονομάζεται Κωνσταντινούπολη.
Για έναν 16χρονο, η απόφαση να εγκαταλείψει το μέρος του και να μετακομίσει σε μια μεγαλούπολη που δεν γνωρίζει κανέναν, απαιτεί γενναιότητα και τόλμη. Ο Μουσταφά πρέπει να αποδείξει ότι δεν φοβάται τίποτα! Το όραμά του να γίνει ένας φημισμένος παρασκευαστής μπακλαβά που θα διαθέτει δικό του μαγαζί, υπαλλήλους και πολλά λεφτά, είναι ένα ισχυρό κίνητρο για να φύγει στην Κωνσταντινούπολη.
Η εργασία και η καταξίωση είναι πρωτεύοντα ζητήματα για τον Μουσταφά. Τα συγγενικά του πρόσωπα φροντίζουν να υποβαθμίζουν απορίες σχετικές με την έννοια της ευτυχίας, του έρωτα ή της ελευθερίας. Ο έφηβος Μουσταφά μαθαίνει ότι η ευτυχία εξαρτάται από τον ίδιο και η ελευθερία είναι να "ζεις τις περιπέτειες χωρίς να έχεις έγνοιες". Για τις γυναίκες, μαθαίνει ότι είναι σαν τους μπακλαβάδες που πρέπει να φέρεται με "ευγένεια και φιλικότητα". Σεξουαλικές σχέσεις με τις κοπέλες απαγορεύονται. Το όραμα να φτιάχνει τους καλύτερους μπακλαβάδες είναι ανώτερο του έρωτα και της συνεύρεσης με το άλλο φύλο.
Ο Μουσταφά κουρεύεται και ξυρίζεται. Από τον κουρέα ζητάει διακόσιες λίρες δανεικά. Ο κουρέας του τα δίνει και ο Μουσταφά καταφτάνει στην Κωνσταντινούπολη. Στο ξενοδοχείο που θα μείνει, παζαρεύει το αντίτιμο του δωματίου με ένα ταψί με τους φημισμένους μπακλαβάδες της περιοχής του. Ο ξενοδόχος αποδέχεται αυτο του είδους τη συναλλαγή. Ο ξένος Μουσταφά βρίσκει ένα μέρος για να περάσει την νύχτα του.
Το επόμενο πρωί ο έφηβος διανύει ποδαρόδρομο μέχρι να βρει το μαγαζί ενός φημισμένου ζαχαροπλάστη. Εκεί ζητάει εργασία αλλά αντιλαμβάνεται ότι τα αφεντικά είναι παντού τα ίδια: αρέσκονται να εξευτελίζουν, να καθυστερούν να παίρνουν αμέσως αποφάσεις για την πρόσληψη των μαθητευομένων, να είναι άπληστοι και υποκριτές και να συντρίβουν το μέλλον των νέων ανθρώπων που έχουν σαν πυξίδα τα παιδικά τους όνειρα. Όπως, χαρακτηριστικά, λέει ο Μουσταφά: "Εμείς τα παιδιά υπάρχουμε με το ζόρι".
Στην Κωνσταντινούπολη, ο Μουσταφά γίνεται στόχος μιας συμμορίας νεαρών που τον ξυλοκοπούν και τον ληστεύουν. Ο Μουσταφά κλαίει με λυγμούς. Τώρα, δεν θα μπορέσει να πετύχει τον στόχο του και να κάνει περήφανη την μητέρα του. Περιπλανώμενος στην μεγαλούπολη, συναντά μια συνομήλικη κοπέλα που πουλάει κουλούρια. Ο Μουσταφά επιδιώκει την γνωριμία μαζί της και την πείθει να συνεταιριστούν. Τα προϊόντα προς πώληση είναι τα κουλούρια και ο μπακλαβάς που θα φτιάχνει ο Μουσταφά. Οι πωλήσεις πηγαίνουν πάρα πολύ καλά! Ο Μουσταφά ενηλικιώνεται ποντάροντας στις δικές του δυνάμεις. Τώρα, έχει γνωρίσει μια κοπέλα με προοπτική να σχετιστεί μαζί της• βγάζει μεροκάματο και, κυρίως, είναι αφέντης του εαυτού του. Η μητέρα του μπορεί να είναι υπερήφανη!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα